Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Η Πόλις Εάλω

Πεντακόσια πενήντα έξι χρόνια πέρασαν από την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Μαΐου 1453. Τότε που η Κωνσταντινούπολη, η πόλη του Ιουστινιανού, του Θεοδοσίου, του Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου και τόσων άλλων Αυτοκρατόρων, η Βασιλεύουσα των πόλεων, το στολίδι της Ανατολής και της Δύσης έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Με την πτώση της έκλεισε και τυπικά το κεφάλαιο της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Της μόνης αυτοκρατορίας που παρέμεινε ζωντανή για περισσότερα από χίλια χρόνια. Όλη αυτή την περίοδο ήταν το προπύργιο της Ευρώπης καθώς δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από βαρβαρικούς λαούς. Απέκρουσε τις επιθέσεις των Σλάβων (540, 559, 581), Περσών και Αβάρων (626), Αράβων (669-79 και 717-18), Βουλγάρων (813, 913 και 924) και Ρώσων (τέσσερις επιθέσεις μεταξύ 860-1043). Αν αυτοί και τόσοι ακόμα λαοί κατέλυαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ξεχύνονταν στην Ευρώπη, η ιστορία και ο πολιτισμός της θα ήταν πολύ διαφορετικός. Το 1204 όμως δέχθηκε το μεγάλο χτύπημα από το οποίο δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει και να ανακτήσει την παλιά της λάμψη. Αυτό που δεν κατάφεραν οι βάρβαροι το πέτυχαν τα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, τα οποία με άλλοθι την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Άραβες, άλωσαν την Πόλη κατά την 4η Σταυροφορία. Παρά την ανακατάληψη και την παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1261, δεν ήταν ποτέ πια η ίδια. Αυτοί που τόσες φορές τους προστάτευσε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τις ορδές των βαρβάρων, αυτοί που εκπολιτίστηκαν από τον ανώτερο πολιτισμό του Βυζαντίου, έγιναν οι δήμιοι της. Ώσπου εμφανίστηκαν μπροστά από τα τείχη της Πόλης οι Τούρκοι…

Πολλοί αυτοκράτορες αγωνίστηκαν για τη διατήρηση της μεγάλης και λαμπρής αυτοκρατορίας. Σύμβολο όμως του Βυζαντίου έγινε ο Κων/νος Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, που έπεσε με το σπαθί στο χέρι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι ύστατοι υπερασπιστές της Πόλης με τον Αυτοκράτορά τους, λίγοι μπροστά στον εχθρό, έκαναν αυτό που τους πρόσταζε η ελληνική ψυχή τους και έδωσαν την ύψιστη μάχη, που στάθηκε ικανή να τους εξυψώσει στο πάνθεον των ηρώων της ελληνικής φυλής και να κάνει έναν αυτοκράτορα θρύλο στις καρδιές των Ελλήνων. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η ψυχή του Ελληνισμού, με την υπέρτατη θυσία του, ενσάρκωσε και συμβόλισε τη συνείδηση χιλιάδων χρόνων Ιστορίας. Η αντίσταση στα τείχη της Βασιλεύουσας έμεινε στις ψυχές των υπόδουλων Ελλήνων ως τίτλος τιμής και δέσμευση για νέους αγώνες. Αν είχαν προτιμήσει την συνθηκολόγηση από την αντίσταση η ντροπή θα ήταν ανεξίτηλη και ίσως να μην ακολουθούσε η Εθνεγερσία του 1821. Η ηρωική άμυνα γέννησε την υπομονή, την ελπίδα και την προσδοκία της απελευθέρωσης. Οι θρύλοι του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς έθρεψαν γενιές Ελλήνων και τους ώθησαν σε δεκάδες κινήματα και τελικά στην Εθνική Παλιγγενεσία. Χαρακτηριστική είναι η συνομιλία του Κολοκοτρώνη με έναν ξένο απεσταλμένο:
-«Εμείς, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους… Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα».
- «Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούρια;»
-« Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως το ιστορικό, πολιτικό και ηθικό δικαίωμα στη Μεγάλη Ιδέα μας το έδωσαν οι τελευταίοι μαχητές της Κωνσταντινούπολης και μπόρεσαν οι απόγονοί τους να απελευθερώσουν και άλλα κομμάτια της Ελλάδας και να φτάσει στη σημερινή της μορφή. Αυτούς λοιπόν τιμούμε σήμερα, τους πεσόντες κατά την πολιορκία και την Άλωση. Είναι μια μέρα εθνικής υπερηφάνειας. Οι θρήνοι και οι θρύλοι που ακολούθησαν την πτώση της Βασιλεύουσας μας συγκινούν και δίνουν την ελπίδα οι υπερασπιστές της Πόλης να αποτελέσουν παράδειγμα και για τις νεότερες γενεές. Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του άρθρου. Να μείνει άσβεστη η ιστορική μνήμη και να συνεχιστεί η παράδοση που θέλει τον Έλληνα, από τα αρχαία χρόνια μέχρι τα νεότερα, να μάχεται με θάρρος και απαράμιλλο ηρωισμό, πάντα έναντι υπέρτερων εχθρών, για την Πίστη, για την Πατρίδα και για τους συγγενείς, όπως είπε κι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στη συγκλονιστική του ομιλία πριν από την τελική επίθεση των Οθωμανών.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Η Εποποιία της Κύπρου (1955-1959)


1η Απριλίου 1955. Ο ένοπλος Αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία είναι γεγονός. Οι Άγγλοι αιφνιδιάστηκαν. Διαβάζοντας τις προκηρύξεις της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), νόμιζαν ότι ήταν ένα πρωταπριλιάτικο αστείο. Σύντομα διαψεύστηκαν. Η τετραετής εποποιία της Κύπρου μόλις ξεκινούσε. Ο Απελευθερωτικός πόθος του Κυπριακού Ελληνισμού θα οδηγήσει μετά από πέντε χρόνια στην απελευθέρωση της Κύπρου από τον αγγλικό ζυγό.


Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού λαού που γινόταν οργανωμένη επανάσταση κατά του κατακτητή. Βέβαια, σ' όλο το διάστημα της Αγγλοκρατίας (από το 1878), οι Κύπριοι εξέφραζαν τα εθνικά τους αισθήματα και διαδήλωναν τον πόθο τους για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με υπομνήματα, τηλεγραφήματα, συλλαλητήρια και αποστολή πρεσβειών στο Λονδίνο. Συνέπεια όλων, συλλήψεις, φυλακίσεις, εκτοπισμοί, απελάσεις και χρηματικά πρόστιμα σε Έλληνες Κυπρίους. Οι ελπίδες τους για Ένωση, αναπτερώθηκαν με τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Άγγλων και τις υποσχέσεις τους για την Κύπρο. Οι αρνητικές απαντήσεις των Άγγλων δεν έκαμψαν το φρόνημα των Κυπρίων, οι οποίοι όλο και πιο ενεργά απαιτούσαν την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Η ενεργή συμμετοχή όλου του λαού κορυφώθηκε, με τη διεξαγωγή από την εκκλησία της Κύπρου του δημοψηφίσματος της 15ης Ιανουαρίου 1950, κατά το οποίο το 95,7% των Κυπρίων ψήφισαν ενυπόγραφα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν το δέχτηκαν οι Άγγλοι ενώ τόνισαν ότι το ζήτημα της Ένωσης ήταν κλειστό. Οι διπλωματικοί ελιγμοί του Μακαρίου συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, με τη μεταφορά του Κυπριακού θέματος στα Ηνωμένα Έθνη προς συζήτηση και με τη διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος από μέρους της κυβέρνησης. Οι αρνητικές απαντήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Στις 28 Ιουλίου 1954, στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Υφυπουργός Αποικιών της Βρετανίας Χένρυ Χόπκινσον υποστήριξε ότι η Κύπρος είναι περιοχή με στρατηγική αξία και γι’ αυτό ουδέποτε θα εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης. Η Ελλάδα δεν έμεινε απαθής. Με αίτηση της στον ΟΗΕ, ζήτησε την «Εφαρμογή υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών εις την περίπτωση του λαού της Κύπρου». Όμως στις 17 Δεκεμβρίου 1954 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ απέρριψε την αίτηση της Ελλάδας.

Διπλωματική λύση στο Κυπριακό φαινόταν ανέφικτη. Η καταπίεση και η τρομοκρατία εντάθηκαν δραματικά. Οι Κύπριοι, συνειδητοποιώντας ότι οι Βρετανοί δεν πρόκειται να επιτρέψουν την Ένωση με την Ελλάδα, άρχισαν να προετοιμάζονται για ένοπλο αγώνα. Κατενόησαν, ότι μόνο η ένοπλη σύγκρουση ήταν αυτή που θα μπορούσε να οδηγήσει στο πολυπόθητο αποτέλεσμα. Στην Αθήνα σχηματίστηκε μια δωδεκαμελής Επιτροπή Ελλαδιτών και Κυπρίων, η οποία αποφάσισε την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ’, ο οποίος ενεργούσε ως πολιτικός αρχηγός του Αγώνα, τον οποίο και χρηματοδοτούσε. Η Επιτροπή διόρισε ένα από τα μέλη της, τον Γεώργιο Γρίβα «Διγενή», στρατιωτικό αρχηγό του Αγώνα, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης εν αποστρατεία και διέθετε πλούσια στρατιωτική πείρα, κυρίως σε θέματα τακτικής ανταρτοπολέμου (πολέμησε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην κατοχή ίδρυσε την οργάνωση»Χ»). Ο Γρίβας ήξερε ότι αναλάμβανε πολύ δύσκολο έργο, αλλά είχε ισχυρή θέληση και απόλυτη πίστη στον σκοπό του Αγώνα. Κατάρτισε στην Αθήνα γενικό σχέδιο δράσης, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή αμέσως μετά τη μυστική άφιξή του στις ακτές της Πάφου το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου 1954. Ξεκίνησε λοιπόν την προπαρασκευή του Αγώνα, με μυήσεις μελών από οργανώσεις νεολαίας και την εκπαίδευση των αντάρτικων ομάδων που τις αποτελούσαν νέα παιδιά τα οποία ουδέποτε ασχολήθηκαν με όπλα και βόμβες. Ταυτόχρονα ο Αρχιεπίσκοπος, ενέπνεε τον κόσμο με πύρινες ομιλίες και παρότρυνε τη νεολαία σε κινητοποιήσεις. Χαρακτηριστική είναι η ορκομωσία της Φανερωμένης στις 28 Αυγούστου 1954, όταν ο Μακάριος όρκισε το λαό για αγώνα «άνευ υποχωρήσεων, άνευ παραχωρήσεων, άνευ συμβιβασμού». Ο Γρίβας φρόντισε για τα πρώτα όπλα και πυρομαχικά. Φορτία έφταναν μυστικά με πλοία από την Ελλάδα, με πλοία της γραμμής Πειραιά-Λεμεσού, με το ταχυδρομείο της Πάφου και άλλους τρόπους. Οι μαχητές της ΕΟΚΑ εφοδιάζονταν με τα κυνηγετικά των Ελληνοκυπρίων, ενώ αργότερα με όπλα από τις επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και από τους νεκρούς Άγγλους στρατιώτες. Επίσης κατασκευάζονταν αυτοσχέδιες ωρολογιακές βόμβες, νάρκες και άλλο πολεμικό υλικό.

Ο όρκος των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α.

«Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι:
1.- Θα αγωνισθώ με όλας μου τας δυνάμεις διά την απελευθέρωσιν της Κύπρου από τον Αγγλικόν ζυγόν, θυσιάζων και αυτήν την ζωήν μου.
2.- Δεν θα εγκαταλείψω τον αγώνα υπό οιονδήποτε πρόσχημα παρά μόνον όταν διαταχθώ υπό του Αρχηγού της Οργανώσεως και αφού εκπληρωθή ο σκοπός του αγώνος.
3.- Θα πειθαρχήσω απολύτως εις τας διαταγάς του Αρχηγού της Οργανώσεως και μόνον τούτου.
4.- Συλλαμβανόμενος θα τηρήσω απόλυτον εχεμύθειαν τόσον επί των μυστικών της Οργανώσεως όσον και επί των ονομάτων των συμμαχητών μου, έστω και εάν βασανισθώ δια να ομολογήσω.
5.- Δεν θα ανακοινώ εις ουδένα διαταγήν της Οργανώσεως ή μυστικόν το οποίον περιήλθεν εις γνώσιν μου παρά μόνον εις εκείνους δι΄ούς έχω εξουσιοδότησιν υπό του Αρχηγού της Οργανώσεως.
6.- Τας πράξεις μου θα κατευθύνη μόνον το συμφέρον του αγώνος και θα είναι απηλλαγμέναι πάσης ιδιοτελείας ή κομματικού συμφέροντος.
7.- Εάν παραβώ τον όρκον μου θα είμαι ΑΤΙΜΟΣ και άξιος πάσης τιμωρίας»

Υπογραφή μυουμένου


Τη νύχτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου, 30 λεπτά μετά τα μεσάνυκτα, οι ομάδες της ΕΟΚΑ έδρασαν με επιτυχία. Εκκωφαντικές εκρήξεις συγκλόνισαν τη Λευκωσία, τη Λάρνακα, τη Λεμεσό, φυλλάδια γέμισαν τους δρόμους καλώντας τους Έλληνες της Κύπρου να ξεσηκωθούν, μαθητές χύθηκαν στους δρόμους με τις γαλανόλευκες. Την ίδια μέρα κυκλοφόρησε η πρώτη προκήρυξη του Διγενή.

Η Προκήρυξη του Αγώνα



Οι δολιοφθορές σε κυβερνητικά κτήρια, αστυνομικούς σταθμούς και στρατιωτικές εγκαταστάσεις συνεχίστηκαν σ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Η ΕΟΚΑ με τη δράση της προξενούσε υλικές ζημιές και θύματα μεταξύ των Άγγλων. Ο Κυβερνήτης της Κύπρου, για ν' αντιμετωπίσει την ΕΟΚΑ, στις 15 Ιουλίου 1955, έθεσε σε ισχύ τον νόμο περί προσωποκρατήσεως, που έδινε το δικαίωμα στις δυνάμεις ασφαλείας να συλλαμβάνουν οποιονδήποτε πολίτη θεωρούσαν ύποπτο για παράνομες ενέργειες και να τον εγκλείουν στη φυλακή, στο φρούριο της Κερύνειας ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για ακαθόριστο χρονικό διάστημα χωρίς δίκη. Οι Άγγλοι μετέφεραν στο νησί περισσότερα στρατεύματα ενώ κύριος στόχος τους ήταν να κάμψουν το φρόνημα του Κυπριακού Ελληνισμού χρησιμοποιώντας κάθε είδους τρομοκρατία. Συλλάμβαναν μαθητές του δημοτικού και του γυμνασίου γιατί κρατούσαν Ελληνικές σημαίες, βεβήλωναν ναούς, όπως το ναό της Παναγίας του Μαχαιρά, έκλειναν σχολεία, άνοιγαν στρατόπεδα συγκεντρώσεως, μετέφεραν αγωνιστές σε φυλακές της Αγγλίας και όλα αυτά πάντοτε με την αγαστή συνεργασία των τουρκοκυπρίων. Πίστευαν ότι με το «διαίρει και βασίλευε» μπορούσαν να επικρατήσουν και γι' αυτό απ' την αρχή του αγώνα χρησιμοποίησαν τους Τουρκοκύπριους. Οι τελευταίοι οργανώθηκαν και άρχισαν την τρομοκρατία εναντίον του άμαχου Ελληνικού στοιχείου της Κύπρου. Κατέστρεφαν, λεηλατούσαν, πυρπολούσαν ναούς, μέχρι και σφαγές αθώων ανθρώπων διέπραξαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 12/6/1958 οι Τουρκοκύπριοι, ειδοποιημένοι από τους 'Άγγλους, έσφαξαν 8 άοπλους Ελληνοκύπριους μέσα σ' ένα χωράφι, υπό τα απαθή βλέμματα των 'Άγγλων στρατιωτών, οι οποίοι τους είχαν συλλάβει προηγουμένως. Η τρομοκρατία, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι αγχόνες, όχι μόνον δεν έκαμψαν την επιθυμία των Κυπρίων για αγώνα, απεναντίας ατσάλωναν το φρόνημά τους και η ορμή, ιδιαιτέρως της νεολαίας, υπήρξε ασυγκράτητη.

Στο μεταξύ, εμφανίζονται οι πρώτες αντιθέσεις προς τον ανταρτοπόλεμο από μέρους της Εκκλησίας. Στις 3 Οκτωβρίου 1955 ο Αγώνας μπαίνει σε νέα φάση, καθώς ο κυβερνήτης Άρμιτεϊτζ αντικαταστάθηκε από τον Σερ Τζων Χάρντινγκ, αρχηγό του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου Στρατού. Ο Χάρντινγκ ήρθε αποφασισμένος να συντρίψει την ΕΟΚΑ. Κήρυξε την Κύπρο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και θέσπισε κανονισμούς, που προνοούσαν ποινή θανάτου για όσους μετέφεραν ή χρησιμοποιούσαν όπλα, βόμβες ή εκρηκτικές ύλες. Τα μέτρα όμως αυτά δεν κατάφεραν να εκφοβίσουν τον Ελληνικό Κυπριακό λαό. Ο Χάρντινγκ, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που γίνονταν για τη συντριβή της ΕΟΚΑ, άρχισε συνομιλίες με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για πολιτική διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος. Οι συνομιλίες άρχισαν στις 4 Οκτωβρίου 1955 και έληξαν στις 11 του ίδιου μήνα λόγω διαφωνιών. Νέος γύρος συνομιλιών στις 9 Ιανουαρίου 1956. Και πάλι οι θέσεις των δυο ανδρών ήταν διαφορετικές. Στις 29 Φεβρουαρίου 1956 πραγματοποιήθηκε συνάντηση Μακάριου-Χάρντινγκ στην οποία πήρε μέρος και ο Βρετανός Υπουργός Αποικιών Λέννοξ Μπόυντ. Οι Άγγλοι εισηγούνταν την παροχή αυτοκυβέρνησης στον Κυπριακό λαό για αόριστο χρονικό διάστημα, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος επέμενε να οριστεί χρόνος για την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης. Έτσι οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ναυάγιο. Ο Αρχιεπίσκοπος στις 6 Μαρτίου διακήρυξε: «Εν ουδεμιά περιπτώσει θα υποστείλωμεν την σημαίαν της αυτοδιαθέσεως». Όμως στις 9 Μαρτίου 1956, ο Μακάριος συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, από το οποίο θα μετέβαινε στην Αθήνα για συνομιλίες με την Ελληνική Κυβέρνηση. Την ίδια μέρα συνελήφθησαν ο Μητροπολίτης της Κυρηνείας Κυπριανός, ο Παπασταύρος Παπαγαθαγγέλου, Πρωθιερέας του ναού Φανερωμένης και ο Πολύκαρπος Ιωαννίδης, Γραμματέας της Μητρόπολης Κερύνειας. Και οι τέσσερις εξορίστηκαν στις Σεϋχέλλες.

Στην Κύπρο ακολούθησε περίοδος στρατοκρατίας. Οι Άγγλοι επιδίδονταν σε βανδαλισμούς εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Η ΕΟΚΑ εξαπέλυε παντού σφοδρές επιθέσεις. Την 21η Μαρτίου 1956 ο θαλαμηπόλος του Χάρντινγκ τοποθέτησε ωρολογιακή βόμβα στο κρεβάτι του Κυβερνήτη, η οποία λόγω κλιματολογικών συνθηκών δεν εξερράγη και ανακαλύφθηκε την επόμενη μέρα Ο Χάρντινγκ αρχίζει επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας σε ολόκληρη την Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της καύσης δασών. Οι Βρετανοί προπαγάνδιζαν ότι το μόνο που εμπόδιζε τη λύση του Κυπριακού ήταν ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ. Τότε ο Στρατηγός Γρίβας με προκήρυξη, κηρύσσει εκεχειρία, το βράδυ της 16 Αυγούστου 1956. Οι κατακτητές, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός, προέβησαν σε προκήρυξη εθελοντικής παράδοσης όσων συμμετείχαν στον αγώνα για να τους δοθεί αμνηστία. Στις 19 Ιουνίου 1957, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος σε συνέντευξή του στην Αθήνα σε Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους κατήγγειλε τα βασανιστήρια των Άγγλων στην Κύπρο, ανέφερε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ζήτησε τη διενέργεια αμερόληπτης διεθνούς έρευνας. Οι καταγγελίες του προκάλεσαν παγκόσμια συγκίνηση. Έτσι, αρχίζει πάλι η δράση της ΕΟΚΑ, μέχρι τις 14 Μαρτίου 1957, οπότε και κηρύσσεται η δεύτερη εκεχειρία, που ήταν το επακόλουθο της συζήτησης του Κυπριακού στον ΟΗΕ.

Στις 22 Οκτωβρίου 1957, ο Χάρντινγκ υπέβαλε την παραίτησή του και αναχώρησε από την Κύπρο στις 4 Νοεμβρίου. Στις 3 Δεκεμβρίου ανέλαβε τα καθήκοντά του ο νέος Κυβερνήτης Σερ Χιου Φουτ, Κυβερνήτης προηγουμένως της Τζαμάικα. Τον Μάρτιο του1958, ο Διγενής ύψωσε τη σημαία της παθητικής αντίστασης. Με προκήρυξή του κάλεσε τον Κυπριακό λαό να μποϋκοτάρει τα αγγλικά προϊόντα και να υποστηρίζει τα εγχώρια. Με το οικονομικό μποϋκοτάζ κατά των Άγγλων η Αποικιοκρατική Κυβέρνηση είχε ζημιές δέκα περίπου εκατομμυρίων λιρών. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, η κατάσταση στην Κύπρο επιδεινώνεται. Οι δυνάμεις ασφαλείας συνεχίζουν τις επιχειρήσεις τους για καταστολή της «τρομοκρατίας», όπως αποκαλούν τη δράση της ΕΟΚΑ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση στο χωριό Αυγόρου. Στις 5 Ιουλίου συλλαμβάνουν και κακοποιούν ένα παιδί. Οι γυναίκες του χωριού ορμούν και το ελευθερώνουν. Η συμπλοκή γενικεύεται. Οι στρατιώτες πυροβολούν εναντίον των αμάχων του χωριού. Φονεύονται ο Παναγιώτης Ζαχαρία και η Λουκία Παπαγεωργίου, έγκυος και μητέρα έξι παιδιών. Ο Διγενής όμως συνεχίζει να χτυπά τους Άγγλους αποτελεσματικά. Οι Τουρκοκύπριοι βεβηλώνουν ναούς, καίνε εικόνες, διαπράττουν βιαιοπραγίες και δολοφονούν Ελληνοκυπρίους στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Ο Φουτ επιβάλλει κατ’ οίκον περιορισμό από τις 7.00 μ.μ. μέχρι τις 7.00 π.μ. για ένα μήνα. Στο διάστημα αυτό συλλαμβάνονται 2.000 περίπου Ελληνοκύπριοι με τη δικαιολογία ότι συμπαθούν την ΕΟΚΑ.

Στις 19 Ιουνίου 1958, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Μακ Μίλλαν ανακοίνωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων συνεταιριστικό σχέδιο για πολιτική διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος. Οι Άγγλοι προσπαθούν να το επιβάλουν από την 1η Οκτωβρίου με την υποστήριξη της Τουρκίας. Το απορρίπτουν η Ελληνική Κυβέρνηση, ο Κυπριακός λαός, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Διγενής, ο οποίος σε φυλλάδιό του διακήρυξε: «Δεν θα υποκύψωμεν εις την αγγλοτουρκικήν συνωμοσίαν του συνεταιρισμού. Δεν δεχόμεθα συμβιβασμούς. Ζητούμεν καθαράν αυτοδιάθεσιν». Ο Κυπριακός Αγώνας έφτανε στο τέλος του. Στις 25 Νοεμβρίου 1958, άρχισε η συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Τελικά ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 5 Δεκεμβρίου το σχέδιο του Μεξικού «περί ειρηνικής, δημοκρατικής και δικαίας λύσεως του Κυπριακού, συμφώνως προς τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Όμως παρόλο τον αγώνα και τις θυσίες των Κυπρίων, ο πόθος τους για την Ένωση δεν ευοδώθηκε. Οι Ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούσαν την πολιτική της προσφυγής στον Ο.Η.Ε. Ο Αγώνας τερματίστηκε τον Φεβρουάριο του 1959 με την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Μ’ αυτές τις Συμφωνίες, η κυβέρνηση Καραμανλή κατάφερε να καταστήσει την Τουρκία εγγυήτρια δύναμη της Κύπρου, η οποία Τουρκία είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά της στην Κύπρο, υπέρ των Βρετανών. Αυτές οι συμφωνίες είναι που δημιούργησαν τα αξεπέραστα προβλήματα στην επιβίωση της νεοϊδρυθείσας το 1960 Κυπριακής Δημοκρατίας και οδήγησαν μετέπειτα στην εισβολή του Αττίλα το 1974. Τα νέα παιδιά της Κύπρου έπραξαν όπως έπρεπε την κρίσιμη ώρα. Επέλεξαν την οδό του μαρτυρίου και της θυσίας για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Μια στρατιά Ελλήνων στους οποίους υποκλινόμαστε με σεβασμό που θυσιάστηκαν για την ιδέα της Ελλάδος. Ο ελληνισμός σήμερα έχει ανάγκη το φρόνημα εκείνης της αθάνατης εποχής.


Ήρωες της Ε.Ο.Κ.Α.

Πεσόντες
Αβρααμίδης Ανδρέας, Αναξαγόρου Κώστας, Αναστάση Γεώργιος, Αναστάση Γιακουμής, Αναστάση Δημητράκης, Βλάμη Ανδρέας, Γιωργάλλας Μιχαήλ, Γεωργιάδης Παναγιώτης, Γεωργίου Ανδρέας από τη Διερώνα, Γεωργίου Ανδρέας από την Αναρίρα, Γιάλλουρος Πετράκης, Δημητριάδης Δημητράκης, Δράκος Μάρκος, Επιφανίου Ανδρέας, Ευαγόρου Νίκος, Ζάνου Σάββας, Ζαχαρία Παναγιώτης, Ζήνωνος Θεόδωρος, Ηλιάδης Πέτρος, Ηροδότου Δήμος, Θεοφάνους Νίκος, Ιωάννου Νικόλας, Καΐλη Μιχαήλ, Καλαϊτζής Χαράλαμπος, Καννάουρος Χριστόδουλος, Καραντώνης Νίκος, Κάρυος Γεώργιος, Κάσπης Παναγιώτης, Κατελάρης Παντελής, Κέλης Χρίστος, Κόκκινος Πάτροκλος, Κολοκάσης Κυριάκος, Κουκκής Μιχαήλ, Κυπριανού Πετράκης, Κωνσταντίνου Αλέκος, Λένας Στυλιανός, Λοΐζου Κώστας, Μιχαήλ Γεώργιος, Μιχαήλ Χαράλαμπος, Μούσκος Χαράλαμπος, Μυλωνάς Χρύσανθος, Νικολάου Ιωνάς, Νικολάου Μιχαήλ, Ξενοφώντος Ευστάθιος, Ονησιφόρου Ανδρέας, Παναγή Βάσος, Παναγίδης Χριστοφής, Παντελή Μόδεστος, Παπαβερκίου Γεώργιος, Παπαγεωργίου Λουκία, Παπαχριστοφόρου Ευαγόρας, Παρασκευά Ανδρέας, Παρίδης Μιχαήλ, Πατσαλίδης Ανδρέας, Πεττεμερίδης Χαράλαμπος, Ροτσίδης Σάββας, Σάββα Μιχαλάκης, Σακκά Καλλής, Σουρουκλής Ανδρέας, Σουρουλάς Αναστάσιος, Σοφοκλέους Τάκης, Στυλιανίδης Στάυρος, Στυλιανού Γεώργιος, Στυλιανού Μιλτιάδης, Στυλλή Γιαννής, Συμεού Παναγιώτης, Τουμάζου Παναγιώτης, Τουμάζου Τουμάζος, Τσαγκάρης Σωτήριος, Τσιάρτας Χρίστος, Φιλιππίδης Χαράλαμπος, Φραντζέσκου Αρτέμος, Χαραλάμπους Αριστείδης, Χαραλάμπους Γεώργιος από την Κυπερούντα, Χαραλάμπους Γεώργιος από τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας, Χαραλάμπους Δημήτριος, Χατζηθεοδοσίου Γιασουμής, Χατζηιωνάς Ιωνάς, Χριστοδουλίδης Ιάκωβος, Χριστοδούλου Δημήτριος.

Ολοκαυτώματα
Αυξεντίου Γρηγόρης, Κάρυος Ανδρέας, Μάτσης Κυριάκος, Παπακυριακού Ηλίας, Πίττας Φώτης, Σαμάρας Χρίστος.

Απαγχονισθέντες
Δημητρίου Ανδρέας, Ζάκος Ανδρέας, Καραολής Μιχαλάκης, Κουτσόφτας Μιχαήλ, Μαυρομάτης Στέλιος, Παναγίδης Ανδρέας, Παλληκαρίδης Ευαγόρας, Πατάτσος Ιάκωβος, Χαρίλαος Μιχαήλ.

Θανόντες στη Διάρκεια Βασανιστηρίων
Αλεξάνδρου Βασίλης, Γεωργίου Νίκος, Γιάγκου Νικόλαος, Λουκά Λουκάς, Νικολάου Γεώργιος, Ξενοφώντος Πρόδρομος, Παναγιώτου Ανδρέας, Στυλιανού Πλάτων, Τριταίος Στέλιος, Χατζηγιακουμής Σπύρος, Χατζηθεοδοσίου Θεοδόσης, Χριστοφόρου Γεώργιος, Χρυσοστόμου Παναγιώτης.

Θύματα του Αγώνα της ΕΟΚΑ
Αβραάμ Γεώργιος, Αγαθοκλέους Σταύρος, Αντωνιάδης Κώστας, Αντωνιάδης Παύλος, Ασσιώτης Ανδρέας, Γεωργίου Δημήτριος, Γεωργίου Χριστοφής, Γιάγκου Νίκη, Γρηγορίου Ανδρέας, Δημητριάδης Κυριάκος, Δημητρίου Απόστολος, Διομήδους Παναγιώτης, Εγγλέζος Χριστόδουλος, Ζαχαριάδου Ιωάννα, Ζαχαρίας Σταύρος, Ζένιου Ευτυχία, Θυμοπούλου Αγνή, Καραολής Κυριάκος, Κοτζιάμπασης Κωνσταντής, Κούσπαρος Χαράλαμπος, Κυπριανού Μιχαήλ, Κυπριανού Κυριάκος, Κυριακίδης Κούλλης, Κωνσταντινίδου Όλγα, Κωνσταντίνου Θεόδωρος, Κωφού Μιχαλάκης, Λοϊζου Ανδρέας από τη Λακατάμια, Λοϊζου Ανδρέας από τη Λάπηθο, Μαρίνου Γαβριήλ, Μπάκας Κυριάκος, Νικόλα Αργυρός, Νίκου Φίλιππος, Οικονόμου Μαρία, Παναγή Αντώνιος, Πιστέντης Χαρίλαος, Ποταμίτης Νικόλαος, Πουμπουρής Σάββα Κώστας, Σάββα Αυγουστής, Σάββα Χριστόδουλος, Στεφανίδης Γιαννάκης, Στρούθου Σωτήριος, Τουμάζου Γεώργιος, Τσάρος Παναγιώτης, Χαπέσης Παναγιώτης, Χαραλάμπους Κύρου Χρίστος, Χατζηαντωνίου Χριστόδουλος, Χατζηευαγγέλου Σωκράτης, Χατζηχαραλάμπους Κυριάκος, Χριστοδούλου Κυριάκος ή Κυριάκου Χαράλαμπος από το Σαράντι, Χριστοφή Χαράλαμπος.


* Πηγή για τα ονόματα, η ιστοσελίδα του Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959 (Σ.Ι.Μ.Α.Ε).


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Η σφαγή της Χίου - Υπερβολή ή πραγματικότητα;

Ο γνωστός πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά «Η Σφαγή της Χίου» (εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου), ζωντανεύει τη δραματική ιστορία της μαρτυρικής Χίου. Ο μεγαλύτερος ίσως ζωγράφος του Ρομαντισμού, σε μια ατμόσφαιρα αγωνίας και φρίκης, αναδεικνύει την τουρκική θηριωδία στην επαναστατημένη Ελλάδα. Αντανακλά όμως την πραγματικότητα; Ή πρόκειται απλώς για μια υπερβολική απεικόνιση του καλλιτέχνη, όπως υποστηρίζουν σύγχρονοι ακαδημαϊκοί, απόρροια του νεανικού του θαυμασμού για τον Μπάιρον και της ιδεολογικής του συμμετοχής στην Ελληνική Επανάσταση, όπως άλλωστε πολλοί νέοι της γενιάς του; Την απάντηση θα τη δώσουν οι ιστορικές πηγές. Κι αν δεχθούμε ότι στις ελληνικές και φιλελληνικές πήγες υπάρχουν ψήγματα υπερβολής, οι πηγές που προέρχονται από ανθρώπους φιλικά διακείμενους στην Οθωμανική εξουσία, όπως των Ευρωπαίων προξένων ή και των ίδιων των πρωταγωνιστών των σφαγών, δεν επιδέχονται καμίας αμφισβήτησης. Εκθέτοντας τα γεγονότα και τις μαρτυρίες, θα αποκαλυφθεί ότι η καλλιτεχνική πένα του Ευγένιου Ντελακρουά, είναι υποδεέστερη της πραγματικότητας.

Η Χίος δεν πήρε αμέσως μέρος στην Επανάσταση καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στη Μικρασιατική ενδοχώρα, με αποτέλεσμα να φοβούνται πως κάθε απόπειρα εξέγερσης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Το ίδιο ίσχυε και για τη Σάμο. Εκεί όμως κυριάρχησε η προσωπικότητα του Λυκούργου Λογοθέτη, παλαιού τοπικού άρχοντα και Φιλικού, ο οποίος επέβαλε την εξουσία του έναντι των άλλων τοπικών παραγόντων. Η επιτυχία της Επανάστασης στη Σάμο, καθώς και οι πιέσεις και οι βαρύτατες φορολογίες που είχε επιβάλει στους κατοίκους του νησιού ο νέος διοικητής Βαχίτ Πασάς, επηρέασε τους Χίους, με αποτέλεσμα να επικρατήσει επαναστατικός αναβρασμός σε μεγάλο τμήμα του νησιού. Ως εχέγγυα πίστης προς την τουρκική εξουσία, οι Χίοι έδωσαν ενενήντα ομήρους από τα πλέον διακεκριμένα μέλη της εκκλησιαστικής και πολιτικής τάξης, συμπεριλαμβανομένου του αρχιεπισκόπου Πλάτωνος. Ο τελευταίος, προσπάθησε να αποτρέψει τους Σαμίους να προχωρήσουν σε απερίσκεπτο εγχείρημα, που θα έβλαπτε τη Χίο, συνιστώντας περίσκεψη και σύνεση. Τελικά, αν και θεωρούσε την εξέγερση άκαιρη και ολέθρια, έμεινε με το ποίμνιό του και θυσιάστηκε εκουσίως.

Σύμφωνα με τον Ανδρέα Χ. Μάμουκα, πολλοί προύχοντες της Χίου, μετά από συνεννοήσεις με τη ελληνική βουλή, αποφάσισαν εκστρατεία για την απελευθέρωση του νησιού και το μόνο που έμενε ήταν να προσδιορίσουν το χρόνο. Λογικό, καθώς οι αντικειμενικές δυσκολίες ήταν πολλές και προτεραιότητα είχε η εδραίωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και τη Στερεά. Αρχηγοί του επαναστατικού κινήματος ήταν ο Χιώτης Αντώνης Μπουρνιάς, παλαίμαχος του στρατού του Ναπολέοντα και ο Σάμιος Λυκούργος Λογοθέτης. Και οι δύο είχαν παλιότερα προσπαθήσει να ζητήσουν τη βοήθεια του Υψηλάντη για την απελευθέρωση του νησιού, αλλά ο Υψηλάντης και κυρίως ο Αναγνωστόπουλος, δεν συμφώνησαν λόγω των δυσχερειών του εγχειρήματος. Μάλιστα ο Υψηλάντης, σύμφωνα με τον Κουτσονίκα, έστειλε στις 21 Δεκεμβρίου 1821 επιστολή στον Λογοθέτη που του συνιστούσε: «Ησύχασε εις καμμίαν νήσον, έως να έλθη η ποθουμένη ώρα, και τότε βάλεις εις πράξιν τον πατριωτικόν πόθον σου». Ο Λυκούργος με επιστολή του συμφώνησε να αναβάλλει «εις ευτυχεστέραν περίστασιν την εκστρατείαν της Χίου». Ο Μπουρνιάς όμως δίνοντάς στον Λογοθέτη διαβεβαιώσεις για τη βοήθεια που θα είχε απ’ όλους τους Χιώτες και με σύμμαχό του το γεγονός ότι ο τουρκικός στόλος ήταν απασχολημένος στη δυτική Πελοπόννησο και στον Κορινθιακό, τον έπεισε να ξεκινήσουν την επιχείρηση. Έτσι, στις 10 Μαρτίου, χωρίς να ειδοποιήσουν την κυβέρνηση και τα άλλα νησιά, 2.500 περίπου πολεμιστές ξεκίνησαν από τη Σάμο για να πάρουν τη Χίο από τους Τούρκους. Ο λαός της Χίου τους δέχθηκε ως ελευθερωτές και τους ακολούθησε. Ατυχώς όμως ο λαός ήταν οπλισμένος με ραβδιά και σούβλες ενώ και από τους Σαμίους, λίγοι ήταν επαρκώς οπλισμένοι. Τούρκικα παλάτια και μέγαρα λεηλατήθηκαν και κάηκαν. Οι περισσότεροι από τους 3000 Τούρκους του νησιού πρόλαβαν και κλείσθηκαν στο κάστρο, για το οποίο δεν έγινε σοβαρή απόπειρα κατάληψής του από τους εξεγερμένους. Ο ναπολιτάνος πρεσβευτής στην Πόλη, Giovani Batista Navoni, σε αναφορά του στον υπουργό Εξωτερικών της χώρας του, μαρκήσιο De Cirello (20 Μαρτίου 1822), αναγνωρίζει ότι η συμπεριφορά του Λογοθέτη απέναντι στους Τούρκους αιχμαλώτους υπήρξε ανθρωπιστική.

Οι άρχοντες και οι εκκλησιαστικοί αρνήθηκαν να συμπράξουν με τους Σαμίους. Τους παρακάλεσαν να εκκενώσουν το νησί και να μην εξοργίζουν τους Μουσουλμάνους. Φοβούνταν επίσης για την τύχη των ομήρων που είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν στη Κωνσταντινούπολη ή στα χέρια της τουρκικής διοίκησης του νησιού. Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν ειδήσεις για την άφιξη μεγάλης τουρκικής ναυτικής δύναμης. Τρόμος κατέλαβε τους Χίους αναλογιζόμενοι την τουρκική εκδίκηση. Για να τους αντιπαραταχθούνε ούτε λόγος. Η προχειρότητα της επιχείρησης ήταν εμφανής. Άρματα, μπαρούτι, κανόνια και ζωοτροφές δεν υπήρχαν. Οι πρόκριτοι του νησιού, δεν έδωσαν τα απαιτούμενα χρήματα για τον Αγώνα και φρόντιζαν μόνο πως θα σώσουν τον εαυτό τους. Σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισαν και οι διαφωνίες μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη για την αρχηγία. Και οι δυο όμως συνειδητοποιούσαν ότι η Χίος θα ξανασκλωβωνόταν. Η μόνη τους φροντίδα πια ήταν να βρουν καράβια για να φύγουν από το νησί. Η καταστροφή δεν αργούσε. «Ήταν κρίμα», γράφει ο Καστάνης, «να βλέπεις μια κοινωνία εκατόν ογδόντα χιλιάδων ψυχών να κινδυνεύει από διακοσίους τολμητίες». Ο Μάμουκας αναφέρει: «Ημείς δεν αποθέσαμεν την ελπίδα εις τον Θεόν, αλλ’ αφήσαμεν την ελπίδα εις ανθρώπους, των οποίων αυτοψεί εβλέπομεν τας έριδας και ακαταστασίας, ανθρώπους, οίτινες και πριν ίδωσιν έτι ίχνος ή σκιάν της νίκης, εμάχοντο πώς να μοιρασθούν την Χίον, ποίος να γνωρισθή ηγεμών, και ποιος να ονομάζεται ο αρχιστράτηγος, ή χιλίαρχος...».

Στο μεταξύ ο σουλτάνος ξεκίνησε τα αντίποινα στην Πόλη. Διέταξε τον φόνο τριών ομήρων από τη Χίο, των προκρίτων Παντελή Ροδοκανάκη, Μιχαήλ Σκυλίτση και Θεόδ. Ράλλη καθώς και 60 εμπόρων που ήταν εγκατεστημένοι στην Κωνσταντινούπολη. Κι έφτασε η αποφράδα ημέρα. 30 Μαρτίου, Μεγάλη Πέμπτη, ο αντιναύαρχος Καρά Αλής εμφανίζεται στις βόρειες ακτές της Χίου, με ισχυρότατο στόλο 34 πλοίων (46 κατά τον Κουτσονίκα). Ο βομβαρδισμός άρχισε. Από το φρούριο και τα πλοία, οι Τούρκοι με τη βοήθεια μηχανικών από τη Δύση, ξερνάγαν φωτιά με τα κανόνια τους εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Οι κάτοικοι σε κατάσταση αλλοφροσύνης κρύβονταν ή έσπευδαν να σωθούν. Είκοσι και περισσότεροι Τούρκοι που ελευθερώθηκαν από τους τάφους όπου είχαν κρυφτεί από τους Καθολικούς, εξαιτίας της οργής των Σαμίων, μπήκαν στο λεπροκομείο και έσφαξαν τους λεπρούς, προκαλώντας χείμαρρο αίματος. Που ήταν η ελληνική βοήθεια; Που ήταν τα υπόλοιπα νησιά να βοηθήσουν πριν αποβιβασθούν οι Οθωμανοί; Σίγουρα ήταν απασχολημένοι αλλού, δεν υπήρχε όμως διαθέσιμο ούτε ένα πλοίο; Ο Μάμουκας ανφέρει: «Ατυχώς, 40 σαμιακά πλοία ήταν αραγμένα στο Κοντάρι και το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης έφυγον όσον τάχιστα, μ’ όσους επρόφθασαν να λάβουν εντοπίους τους, μη θελήσαντες να δεχθούν κανέναν Χίον, μαζί τους». Και συνεχίζει: «Έτσι οι Τούρκοι εξήλθον το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου επληθύνθησαν. Η χώρα ήταν ήδη υπό την εξουσίαν τους. Άρχισαν να λεηλατούν πρώτον τα σπίτια της Χώρας, έπαιρναν ό,τι τους άρεσε και έπειτα έκαιαν τα σπίτια. Αποτεφρώθηκε και η ωραία Βιβλιοθήκη του σχολείου με όλην την οικοδομήν. Στη συνέχεια προχώρησαν στον Κάμπον. Όσους Χίους συναντούσαν τους σκότωναν. Έσφαζαν, έκαιαν, λεηλατούσαν τα πάντα. Γέροντες, άνδρες, γυναίκες θανατώνονταν, νέοι από 15 χρόνων και άνω, βρέφη αποσπώμενα από τας αγκάλας των μητέρων τους, άλλα ερίπτοντο εις την θάλασσαν, άλλα εις τα όρη. Όσοι ενόμισαν, ως τέλος των δεινών τους, την προσκύνησιν των Τούρκων, έλαβον αξιοθρήνητον τέλος. Νέοι από 20 έως 28 χρόνων, χείρα με χείρα δεμένοι, εσχημάτιζον ορμαθούς, έχοντες προ του θανάτου εζωγραφισμένον εις το πρόσωπον τον θάνατον. Οι οιμωγές τους έκαναν ν’ αντηχή ο τόπος. Υπέρ τον έναν μήνα συνεχίσθηκε αυτό. Από όσους συνελάμβαναν άλλους τους έσφαζαν αμέσως και τους έκαιαν μετά τη σφαγή. Σε όποιον δρόμο κι αν εβάδιζεν κανείς σπανίως έβλεπε δύο λεπτών διάστημα κενόν, χωρίς να απαντήση πτώματα το εν μετά το άλλο. Κατά το νότιον μέρος της πόλεως δεν έμεινεν δρόμος κενός χωρίς νεκρούς, σπάνιες οικίες που να μην είχαν καεί, μέρος απότιστον από αίμα. Στους ανθρώπους των Μαστιχοχωρίων έδειξαν οι Τούρκοι σκόπιμη ημερότητα, για να τους προδίδουν όσους κατέφευγαν στα μέρη τους».

Ο Oλλανδός πρόξενος στη Χίο Pasqua, στο ημερολόγιό του που βρίσκεται στα αρχεία του Oλλανδικού υπουργείου Εξωτερικών, περιγράφει τις φρικαλέες σκηνές και τη μεγάλη σφαγή του άμαχου πληθυσμού της νήσου: «Δεν βλέπεις τίποτε άλλο από φωτιά και καταστροφή και βάρκες του οθωμανικού στόλου φορτωμένες λάφυρα, σκλάβους, παιδιά, βόδια, κατσίκες, μουλάρια. Το θέαμα προκαλεί οίκτο και μελαγχολία…».

Αρκετές χιλιάδες Χίοι κατέφυγαν στα παράλια περιμένοντας την άφιξη φιλικών σκαφών που δεν εμφανίστηκαν όμως. Μερικοί ήταν σφαγμένοι στην ξηρά, άλλοι στο νερό όπου πνίγηκαν ή σουβλίστηκαν, βάφοντας το κύμα πορφυρό. Οι Εβραίοι βοηθούν τους Τούρκους στην ανακάλυψη και στη σφαγή των αθώων Χίων. Στην ακροθαλασσιά ανακαλύπτονταν πολλοί φυγάδες να κείτονται πολλές ημέρες βυθισμένοι εν μέρει στο νερό. Η τυχαία άφιξη του Έλληνα ναυάρχου Τομπάζη συνέβαλε στη διάσωση πολλών ψυχών.

Ο Καρά Αλής σχεδίασε τότε ένα, σατανικό θα λέγαμε, τέχνασμα. Συγκάλεσε τους Ευρωπαίους προξένους και τους παρακάλεσε να αναγγείλουν δημοσία την κατάπαυση της σφαγής όλων των Χίων, λέγοντάς τους να τους προσκαλέσουν να βγουν από τους κρυψώνες τους, να επιστρέψουν στην πόλη και στα χωριά τους. Οι πρόξενοι δέχθηκαν το προδοτικό έργο και σηκώνοντας τις σημαίες τους περιφέρονταν σε ολόκληρο το νησί σε κάθε σπήλαιο και βράχο, κάθε βουνό και κάθε απόκρημνο μέρος και σάλπισαν την ευσπλαχνία των Μουσουλμάνων. Οι δυστυχείς Χίοι άφηναν τους κρυψώνες τους χαροποιημένοι από την ψεύτικη ελπίδα ότι θα σώζονταν από τη σφαγή. Μ’ αυτή την εμπιστοσύνη όλοι οι πρόσφυγες εκτός από εκείνους που ήταν στα βόρεια του νησιού, έστειλαν επτακόσιους προύχοντες να πέσουν στα πόδια του Καρά Αλή, ελπίζοντας ότι το έργο της σφαγής θα σταματούσε εκεί. Αλλά την ίδια νύχτα ο ναύαρχος κρέμασε και τους επτακόσιους προύχοντες στα κατάρτια του στόλου και εξαπέλυσε 10.000 ένοπλους Τούρκους με την εντολή να κατασφάξουν όλους τους Έλληνες των χωριών που ζούσαν ακόμη. Την Κυριακή του Πάσχα προχώρησαν προς το μοναστήρι του Αγίου Μηνά, όπου κατέσφαξαν και πυρπόλησαν πέντε χιλιάδες Χίους. Η βυζαντινή Νέα Μονή, κτισμένη από τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο, έγινε ο τάφος δύο χιλιάδων τριακοσίων Χριστιανών. Ο περικαλλής εκείνος ναός κάηκε και οι θησαυροί του λεηλατήθηκαν.

«Μέσα στο φρούριο, η μοχθηρή Υψηλότης, ο πασάς, περίμενε την επιστροφή των συμμοριών των επιδρομέων. Οι αξιωματικοί τήρησαν την αυστηρή διαδικασία, να διαβιβάσουν στον σουλτάνο δείγματα της καταστρεπτικής τους φιλοπονίας. Δόθηκε επιχορήγηση για τα κεφάλια που θα έκοβαν και κάθε γραφέας κατέγραφε στο ημερολόγιο της τυραννίας, κατά τη συνήθεια. Για να προλάβουν την απάτη, έκοβαν τα αυτιά από τα κεφάλια και κατόπιν τα διατηρούσαν στην άλμη και τα τοποθετούσαν σε βαρέλια. Τα έστελναν στον σουλτάνο ως απόδειξη της υποταγής τους ή ως δελτία της επιτυχίας τους. Ιδιαίτερη τιμή δινόταν αν τα επαναστατικά κεφάλια ανήκαν σε διακεκριμένους αρχιεπισκόπους, άρχοντες ή κληρικούς... Τα θύματα διατάζονταν να γονατίσουν. Γονατίζοντας ο κάθε μάρτυρας αναφωνούσε: “Μνήσθητί μου, Κύριε”! Ενώ αυτός έλεγε αυτά τα λόγια, το γιαταγάνι έπεφτε επάνω στον λαιμό του, αποκόπτοντάς τον μ’ ένα κτύπημα τόσο ξαφνικό, ώστε η γλώσσα εξακολουθούσε να κινείται…». Για τα φορτία από κεφάλια και αφτιά ο Άγγλος πρεσβευτής Strangford ενημέρωσε το υπουργείο Εξωτερικών στο Λονδίνο, ότι στην Πύλη του Σεραγιού έγινε έκθεση με κομμένα κεφάλια και άλλα τρόπαια.

Στις 7 Απριλίου σημειώνει ο Ολλανδός πρόξενος στο ημερολόγιό του: «Η φωτιά και η τυραννία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο… το μεσημέρι (22 Απριλίου) οι Τούρκοι έβγαλαν από το δεσμωτήριο τον δεσπότη, τους προεστούς και όλους τους φυλακισμένους, που βρίσκονταν έγκλειστοι ως όμηροι στο φρούριο. Τους γύμνωσαν ολότελα και τους κρέμασαν, πάνω από εκατό, τον έναν πλάι στον άλλο, σαν αρνιά. Μόνο του δεσπότη άφησαν το καλυμμαύχι. Το θέμα προκάλεσε φρίκη και οίκτο. Είναι σπαρακτικό να βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό. Από τη ναυαρχίδα του Καπουδάν Πασά έπεσε μια κανονιά. Την ίδια στιγμή φάνηκαν σε κάθε καράβι του στόλου κορβέτα, μπριγιαντίνη, σκούνα, μπομπάρδα, τρεις κρεμασμένοι από το μπαστούνι του φλόκου. Πάνω από ογδόντα και δεν μπορέσαμε να τους διακρίνουμε όλους…». Οι Εβραίοι προθυμοποιήθηκαν να σύρουν τα πτώματα στη θάλασσα με κάθε περιφρόνηση. Και ο Ολλανδός πρόξενος συνεχίζει: «Τα τουρκικά στρατεύματα καίνε, σκλαβώνουν, σφάζουν. Φρίκη επικρατεί στην πόλη. Σπαραγμός στην ύπαιθρο. Οι δρόμοι γεμάτοι πτώματα. Η εντολή του πασά είναι να μην αφήσουν Έλληνα ζωντανό, να σκλαβώσουν τις γυναίκες και τα παιδιά και να λαφυραγωγήσουν τον τόπο…». Ακόμη και η φιλοτουρκική γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης, «Spectateur Oriental», δίνει με δημοσίευμά της την περίοδο αυτή μία παραστατική εικόνα της καταστροφής: «Η Χίος είναι χαλάσματα και στάχτες. Ο αέρας είναι μολυσμένος από τη δυσωδία που αναδίδουν τα σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων…». Η γερμανική εφημερίδα «Allgemeine Zeitung» δημοσιεύει την πληροφορία ότι, «… παιδιά κάτω των επτά χρόνων, ακατάλληλα για το παζάρι, δένονταν μαζί και ρίχνονταν στη θάλασσα…».

Παραστατική εικόνα της σφαγής, της λεηλασίας και της καταστροφής δίνει ο πρωτεργάτης του ολέθρου του νησιού, Βαχίτ Πασάς στα απομνημονεύματά του: «… Η φρουρά μας επέπεσε κατά των άπιστων γκιαούρηδων, των οποίων τους μεν ενήλικους επέρασαν γενναιότατα εν στόματι μαχαίρας, παρομοίως και τας ηλικιωμένας γραίας, την δε κινητήν περιουσίαν ελεηλάτησαν… τας ωραίας κόρας των και τους τρυφερούς νεανίσκους των ηχμαλώτισαν. Το αίμα έρρευσεν ποταμηδόν… Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα επλουτίσθησαν συν Θεώ αγίω, διά της νομίμου λείας, λαβόντες άπειρα λάφυρα κινητά ωσαύτως και σκλάβους και σκλάβας ωραίας διά στολισμόν των χαρεμίων των…».

Ο Γάλλος διπλωμάτης και ιστορικός Πουκεβίλ, υπολογίζει σε 40.000 αυτούς που πουλήθηκαν ως σκλάβοι στα μπεζεστένια της Σμύρνης. Μάλιστα τέτοια ήταν η μεγάλη προσφορά που προκλήθηκε πτώση τιμών! Σύμφωνα με ανταπόκριση από τη Σμύρνη στην εφημερίδα «Morning Chronicle» του Λονδίνου (29 Ιουνίου 1822) «οι Τούρκοι πουλούσαν Ελληνίδες σε εξευτελιστικές τιμές, από 10 ως 40 και 60 γρόσια». Ο γενικός πρόξενος της Νάπολης στη Σμύρνη, Antonio Girardi, σε αναφορά του στον υπουργό Εξωτερικών της χώρας του (2 Ιουνίου 1822) γράφει: «Η πόλη της Χίου είναι σχεδόν στάχτες. Μόνο τα προξενεία σώθηκαν και μερικά σπίτια Ευρωπαίων. Την ίδια τύχη είχαν τα περισσότερα χωριά. Ελάχιστοι άνδρες γλίτωσαν. Τα γυναικόπαιδα σκλαβώθηκαν. Μεγάλος αριθμός μεταφέρθηκε στην Ασία. Πουλήθηκαν αμέσως και χάθηκαν στο εσωτερικό…». Ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Francis Werry σε αναφορά του προς τη Levant Company σημειώνει: «Στο δρόμο των Φράγκων οδηγούνται πάνω κάτω κοπάδια από παιδιά της Χίου για πούλημα». Ενώ η γαλλική εφημερίδα «Courrier Francais», στο φύλλο της 10 Ιουλίου 1822, γράφει: «Βλέπεις φανατικούς μουσουλμάνους να τρέχουν ομαδικά, να αγοράζουν 30 γρόσια το θύμα τους και να το σφάζουν αμέσως για να κερδίσουν σπουδαία θέση στους Ουρανούς… Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιούνται κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά από αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή, μ' όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα…».

Βεβαίως οι Τούρκοι δεν έμειναν ατιμώρητοι για τα εγκλήματά τους. Πανώλη ενέσκηψε και ορισμένα ζώα έγιναν ιδιαιτέρως επιθετικά, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα. Εβραίοι και Αρμένιοι βοηθούν τους Τούρκους για να εξολοθρεύσουν τα ενοχλητικά ζώα. Γέμισε η Χίος από ποντικούς και γάτες που τρέφονταν από τα πτώματα. Και ο ίδιος ο καρά Αλής δεν έμεινε ατιμώρητος. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης με την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στις 6-7 Ιουνίου 1822 εκδικήθηκε την καταστροφή της Χίου, γεγονός όμως που όξυνε την εκδικητικότητα των Τούρκων, αφού έσυραν εννιακόσιους φυλακισμένους από τις υπόγειες φυλακές του φρουρίου και τους θανάτωσαν. Άξιοι δάσκαλοι των ναζιστών οι Τούρκοι!!!

Το νησί ήταν πια ένας σωρός ερειπίων. Η λεηλασία, οι εμπρησμοί, οι σφαγές και η αιχμαλωσία των κατοίκων αφάνισαν κυριολεκτικά ένα νησί, που έσφυζε από ζωή. Από έναν πληθυσμό εκατόν τριάντα έως εκατόν πενήντα χιλιάδων κατοίκων, έμειναν στη Χίο λιγότεροι από δύο χιλιάδες. Η συμφορά της συγκίνησε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και έγινε αφορμή να πυκνωθεί το υπέρ της Ελλάδος φιλελληνικό ρεύμα. Πλήθος περιηγητών, που επισκέφθηκαν τη Χίο μετά την καταστροφή, μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές. Δε νομίζω ότι χρειάζονται άλλες αποδείξεις για να φανεί η μωρότητα αυτών που χαρακτηρίζουν το έργο του Ντελακρουά υπερβολή.

Όμως η ιστορία του νησιού μέσα στο χρόνο δε σταματά. H Xίος, η ποτισμένη με αίμα ηρώων και μαρτύρων ζει. Γνώρισε το ζυγό πολλών κατακτητών αλλά συνεχίζει την ταραχώδη πορεία της στον χώρο του Αιγαίου, θυμίζοντάς μας την ηρωική θυσία των κατοίκων της για τη λευτεριά της Ελλάδος.


*
Πηγή για τις μαρτυρίες των ξένων, άρθρο από το Παρόν της Κυριακής, με ημ. 24.06.2007

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

25η Μαρτίου 1821 - Απάντηση στους παραχαράκτες της Ιστορίας

Στην Ελλάδα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, έχει διαμορφωθεί μια τάση από ορισμένους ιστορικούς, να αμφισβητούν τη συμβολή της εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821 ενώ παράλληλα υποστηρίζουν ότι ήταν περισσότερο κοινωνική επανάσταση, ενάντια στο θεσμό του Σουλτάνου και των κοτζαμπάσηδων. Ότι οι Έλληνες δηλαδή, δε ξεσηκώθηκαν στο όνομα των προγόνων και της θρησκείας τους ζητώντας την εθνική τους ελευθερία. Η αλήθεια είναι ότι σίγουρα υπήρχαν Έλληνες, κληρικοί και μη, που είτε για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους είτε γιατί φοβούνταν την αποτυχία μιας επαναστάσεως, δεν μπήκαν αμέσως στον Αγώνα ή προσπάθησαν ακόμα και να τον ματαιώσουν. Αυτοί οι λίγοι όμως, δε μπορούν να αμαυρώσουν την εικόνα των πολλών Ελλήνων, όπου άλλοι φτωχοί και ρακένδυτοι και άλλοι πλούσιοι και επιφανείς, ρίχτηκαν στον αγώνα για τη λευτεριά του Ελληνικού έθνους. Απέναντί τους, o Τούρκος τύραννος που για σχεδόν 4 αιώνες καταρράκωνε την αξιοπρέπειά του Έλληνα. Όμως του Έλληνος ο τράχηλος, ζυγόν δεν υπομένει και αποφάσισε ο ραγιάς να πάρει την τύχη του στα χέρια του. Γιατί συνειδητοποίησε ότι η λευτεριά δεν χαρίζεται αλλά κερδίζεται με αίμα και θυσίες. Δεν φοβήθηκε ότι ο Τούρκος ήταν απείρως πιο δυνατός και καλύτερα εξοπλισμένος. Έβαλε τον σταυρό του και ξεκίνησε...

Ας αφήσουμε όμως τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης να απαντήσουν στους προοδευτικούς ιστορικούς μας. Για την απόφαση των Ελλήνων να απελευθερωθούν, ο Κολοκοτρώνης εξομολογείται:
«Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε : Που πάτε ωρέ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα και με το τίποτα, αλλά ως μια βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».
Και συνεχίζει σ΄ άλλο σημείο : «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ΄ όσες γίνονται σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ειδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτον με έναν λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθεί ως τοιτούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμε με τη βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαον ως λαόν, αλλ΄ ως σκλάβους. Μιαν φοράν, όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθε ο Άμιλτον να με ιδεί. Μου είπε: « Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό και η Αγγλία να μεσιτεύσει». Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: «Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάντος. Εμείς, καπετάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί εις γενεάς. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούρια;» -« Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». Έτσι δεν με ομίλησε πλέον.»

Στην συνομιλία του Κολοκοτρώνη με τον Άμιλτον, φαίνεται ξεκάθαρα ότι παρά τους 4 αιώνες τουρκικού ζυγού, οι Έλληνες είχαν επίγνωση της ιστορικής τους συνέχειας. Ο Μακρυγιάννης έγραψε για τους προγόνους μας: «Ολοι οι προκομένοι άνδρες των παλαιών Ελλήνων, οι γονέγοι όλης της ανθρωπότητας-ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοσθένης και οι υπόλοιποι-Πατέρες γενικώς της ανθρωπότητας-κόπιαζαν και βασανίζονταν νύχτα και ημέρα, με αρετή και ειλικρίνεια, με καθαρόν ενθουσιασμόν να φωτίσουνε την ανθρωπότητα και να την αναστήσουν-να χει αρετή και φώτα, γενναιότητα και πατριωτισμόν».
Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης παρομοιάζει τον Αθανάσιο Διάκο με τον αρχαίο Λεωνίδα και τους αγώνες των συγχρόνων του ως συνέχεια των αρχαίων:
«Ο Αθανάσιος Διάκος και τα παλληκάρια του έλιωσαν πάνω στο γιοφύρι της Αλαμάνας πολεμώντας με τόσο πλήθος Τούρκων. Ο περίφημος γενναίος Διάκος, αφού τέλειωσε τον Τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον και σκοτωμένον τον άλαβαν ζωντανόν οι Τούρκοι και τον παλούκωσαν. Στη θέση οπού επέθανες εσύ, Λεωνίδα, με τους τριακόσιους σου πέθαναν και για την θρησκεία και την πατρίδα!»


Προκήρυξη Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η ώρα ήλθεν, ώ άνδρες Έλληνες! Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι. oι Σέρβοι, oι Σουλιώται, καί όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν. ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μας προσκαλεί!
Η Ευρώπη προσηλόνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας oι δέ τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ' έμπροσθέν μας.
Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.
Ημείς φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής καί του παρόντος αιώνος είμεθα ευέλπιδες, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς. ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι, και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση. τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ είρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.
Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις ώ Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ώ φίλοι συμπατριώται, εύσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε μέ μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών. Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ώ συμπατριώται! και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν. ίδετε εδώ τους ναούς καπατημένους. εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας. τους οίκους μας γεγυμνωμένους. τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.
Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καιαφρόνησιν.
Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, ος τις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπέκει ολαι μας αι πράξεις.
Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας. Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.
Με την ένωσιν, ώ συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος. αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας. αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής. τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.
Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι δια να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν. εις εκείνην του Τιμολέοντος ος τις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.
Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!


Αλέξανδρος Υψηλάντης
Την 24 του Φεβρουαρίου 1821
Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου



Οι ίδιοι ιστορικοί, συχνά αναφέρονται και στους υποτιθέμενους μύθους που συντηρεί η εκκλησία για τον ρόλο της στην Επανάσταση. Ένας από αυτούς είναι η ύψωση του λαβάρου της επανάστασης από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Αλλά ο κύριος μύθος είναι η ίδια η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου, διότι κατ’ αυτούς η επανάσταση είχε ξεκινήσει κάποιες μέρες νωρίτερα, ενώ η 25η Μαρτίου επιλέχθηκε μετά από αρκετά χρόνια, μόνον και μόνον για να συνδεθεί η εκκλησία με την επανάσταση, παρ’ όλο που στην αρχή την είχε καταδικάσει και αφορίσει. Ας δούμε όμως κατά πόσο είναι μύθοι ή γεγονότα.


Παλαιών Πατρών Γερμανός

Ο Γερμανός Γκόζιας από την Δημητσάνα ήταν στις αρχές του 1821 ο Επίσκοπος της Πάτρας. Είχε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Παλαιών Πατρών, διότι εκείνη την εποχή η Υπάτη της Φθιώτιδος ονομαζόταν Νέαι Πάτραι. Δεν ήταν Επίσκοπος Kαλαβρύτων, όπως λανθασμένα τον αναφέρει το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων τις ημέρες εκείνες ήταν ο Προκόπιος, ο οποίος υπογράφει μαζί με τον Γερμανό την προκήρυξη της 26ης Μαρτίου προς τους πρόξενους των Χριστιανικών Δυνάμεων που διέμεναν στην Πάτρα. Στις 8 Μαρτίου o Γερμανός και ο Προκόπιος κλείσθηκαν για αρκετές ημέρες στη Μονή της Αγίας Λαύρας κοντά στα Καλάβρυτα και αφού συσκέφθηκαν με προκρίτους και οπλαρχηγούς αποφάσισαν την κήρυξη της Επαναστάσεως. Ο Π.Π. Γερμανός ευλόγησε, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, στις 17 του Μάρτη, ανήμερα στο πανηγύρι του μοναστηριού, την έναρξη της επανάστασης με την τέλεση δοξολογίας και με την ορκωμοσία των αγωνιστών. Ο Π.Π. Γερμανός λοιπόν βρέθηκε πραγματικά στην Αγ. Λαύρα, όχι όμως στις 25 Μαρτίου αλλά λίγες μέρες νωρίτερα. Ο Γερμανός τα αναφέρει αυτά στα Απομνημονεύματά του. Η Αγ. Λαύρα λοιπόν δεν είναι ούτε ένα ανύπαρκτο γεγονός, ούτε, πολύ περισσότερο, ένας μύθος τον οποίον δημιούργησε η εκκλησία, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι προοδευτικοί ιστορικοί. Είναι απλώς μια χρονολογική σύγχυση λίγων ημερών, για την δημιουργία της οποίας ούτε 67ο Π.Π. Γερμανός ούτε κάποιος άλλος κληρικός έχει την παραμικρή ευθύνη. Ποιος όμως μίλησε πρώτος για την κήρυξη της επανάστασης στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρτίου, δημιουργώντας και διαδίδοντας τον σχετικό «μύθο»; O Γάλλος πρόξενος στην Πάτρα Πουκεβίλ, στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως που εξέδωσε το 1824.
Αλλά ακόμα κι αν δεν ευλόγησε τα όπλα της Επανάστασης στις 25 του Μάρτη στην Αγ. Λαύρα, τα ευλόγησε στις 23 του Μάρτη στην Πάτρα, την πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης (όπως την θέλουν άλλωστε και οι προοδευτικοί ιστορικοί), όπου όρκισε τους Πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου, στον σταυρό τον οποίον ύψωσε εκεί.
Έκανε όμως και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο. Έστειλε σε εφημερίδες της Δυτικής Ευρώπης την προκήρυξη της Ελληνικής Εθνεγερσίας. Έτσι στην εφημερίδα LE CONSTITUTIONΝEL των Παρισίων, στις 6 Ιουνίου 1821, δημοσιεύεται σε περίληψη η εθνεγερτική ομιλία του Γερμανού, με την οποία καλεί τους συγκεντρωμένους στην Αγία Λαύρα να αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό. Η εφημερίδα στο τμήμα των εξωτερικών ειδήσεων αναφέρει ότι η ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού έγινε προς τον κλήρο και τον λαό που είχε συγκεντρωθεί στην ανδρική Μονή της Λαύρας στο όρος Βελιά της Πελοποννήσου. Στην τελευταία παράγραφο της δημοσιευμένης ομιλίας του ο Γερμανός καλεί τους επαναστάτες να εφορμήσουν προς την Πάτρα έχοντας ως σημαία το σύμβολο του Σταυρού. Η ομιλία φέρεται να έγινε στις 8 Μαρτίου, δηλαδή την ημέρα που άρχισε η σύσκεψη στην Αγία Λαύρα. Να, λοιπόν που μία γαλλική εφημερίδα του 1821 αναφέρεται και στον Γερμανό και στην Λαύρα και στην ύψωση της σημαίας, όλα δηλαδή αυτά που αμφισβητούν οι μεταμοντέρνοι ιστορικοί της εποχής μας. Όλα αυτά φυσικά δεν έγιναν μόνο στις 25 Μαρτίου.
Με αφορμή τα γεγονότα της Αγ. Λαύρας, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η παρουσία του κλήρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επανάσταση από την πρώτη ημέρα που αυτή ξέσπασε. Έτσι, την ίδια μέρα που ο Π.Π. Γερμανός ευλογούσε τα όπλα στην Πάτρα, στην Καλαμάτα 24 ιερείς και ιερομόναχοι μπροστά στον ναό των Αγ. Αποστόλων ευλόγησαν, ύστερα από μια συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους αγωνιστές. Το ίδιο έγινε και στην Ρούμελη από τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Επίσης, ο Έλους Άνθιμος, δεν έχανε την ευκαιρία να ευλογεί τα όπλα σε όποια περιοχή κι αν πήγαινε. Το εκπληκτικό όμως είναι πως η Εκκλησία είχε ήδη ευλογήσει την έναρξη της επανάστασης από τον Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία! Πιο συγκεκριμένα, στις 26 Φεβρουαρίου 1821, σε μια μεγαλόπρεπη τελετή, ο μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε μέσα στον ναό των Τριών Ιεραρχών την σημαία της επανάστασης και περίζωσε τον Υψηλάντη με το ξίφος του, υπό τον ξέφρενο ενθουσιασμό των στρατιωτών και του πλήθους. Ένα εκπληκτικό γεγονός, που έχει όμως αποκρυβεί εντελώς από τα σχολικά μας βιβλία. Ειδικά αυτή η τελετή του Ιασίου αποδεικνύει περίτρανα πως όχι μόνον δεν είναι μύθος το ότι η εκκλησία ευλόγησε τα λάβαρα και τα όπλα του αγώνα, αλλά ότι η αλήθεια είναι πως τα ευλόγησε από την πρώτη κιόλας μέρα της έναρξής του!


25η Μαρτίου

Η 25η Μαρτίου δεν ορίσθηκε ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης το 1838, για να εξυπηρετηθεί η εκκλησία και τα όποια ιδιοτελή συμφέροντά της, όπως ισχυρίζονται με τόση βεβαιότητα οι… ειδικοί, αλλά το 1820 από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη! Θα το ήξεραν αυτό βέβαια, αν είχαν διαβάσει τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 ή την Ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Και γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επέλεξε αυτήν ειδικά την ημερομηνία για τον ξεσηκωμό του γένους, και όχι οποιανδήποτε άλλη; Μα ακριβώς επειδή συνέπιπτε με την γιορτή του Ευαγγελισμού, στην οποία γιορτή ο Υψηλάντης ήθελε να δώσει μια καινούργια συμβολική σημασία για το έθνος, «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους». Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως Εθνική Επέτειος επειδή οι ίδιοι οι επαναστάτες ήθελαν να συνδέσουν την Ελευθερία με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την Ορθοδοξία με την Πατρίδα.
Γι’ αυτό και ο Κολοκοτρώνης είχε πάρει ήδη από το 1820 γράμματα από τον Υψηλάντη, με τα οποία εκείνος τον πληροφορούσε ότι η ημέρα του ξεσηκωμού θα ήταν η 25η Μαρτίου, ώστε να είναι μέχρι τότε έτοιμος. Και από εκείνη την στιγμή μέχρι τον Μάρτη ο Κολοκοτρώνης, πιστός στον μεγάλο αρχηγό, πραγματικά μηνούσε σ’ όλον τον Μοριά «…την ημέραν του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθή».
Έτσι, η 25η Μαρτίου 1821 έγινε από τότε, για όλους τους ραγιάδες, η προσδιορισμένη ημέρα. Γι’ αυτό και στην σύσκεψη της Βοστίτσας αυτή η ημερομηνία ανακοινώθηκε από τον Παπαφλέσσα ως η ημερομηνία για τον ξεσηκωμό, αυτή και στην σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης, στην Λευκάδα. Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα, και τελικά η επανάσταση ξεκίνησε λίγες μέρες νωρίτερα.


Αυτή η ιστορική παρεξήγηση που δημιουργήθηκε, σχετικά με τα γεγονότα της Αγ. Λαύρας, είναι τόσο σημαντική για τους νεοέλληνες ώστε να φτάνουν στο σημείο να γράφουν για πλαστογράφηση της ιστορίας; Τα υπόλοιπα γεγονότα που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης δεν μετράνε; Άλλωστε πολλοί από τους ήρωες της Επανάστασης, ζούσαν το 1838 στην πρώτη «επίσημη» επέτειο. Όχι μόνο δεν αντέδρασαν, αλλά γιόρτασαν μαζί με όλους τους Έλληνες. Είναι πράγματι σημαντικό να γνωρίζουμε τα ακριβή ιστορικά γεγονότα. Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι να μη κάνουμε αυθαίρετες γενικεύσεις και να μη χρησιμοποιείται η ιστορία για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς. Αρκετά όμως ασχοληθήκαμε μ’ αυτούς. Ίσως αυτό να θέλουν και οι ίδιοι, να ασχολούμαστε με τα επιμέρους γεγονότα και να χάνουμε την ουσία, που είναι το μήνυμα που στέλνει η 25η Μαρτίου του 1821 σε ολόκληρο τον Ελληνισμό και ιδίως στην ελληνική νεολαία. Στρέφουμε ευγνώμονα την σκέψη μας προς τους αγωνιστές της Επανάστασης, τιμούμε την μνήμη τους και φρονηματιζόμαστε από το έργο και τη θυσία τους. Άσβεστη πρέπει να μείνει στην μνήμη και στην ψυχή του Έθνους η πίστη του Κολοκοτρώνη στην ελευθερία. Αντιλαλεί ακόμα η βροντερή προσταγή του σε κάθε λιπόψυχο: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».


* Πηγή για τα αποσπάσματα των Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη και Υψηλάντη, αποτέλεσε η ιστοσελίδα «apoellas».