Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

«Τρωάδες» του Ευριπίδη

Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε μια μικρή και όμορφη αίθουσα από πέτρα και ξύλο, παρουσιάζει από τις 13 Ιανουαρίου την τραγωδία «Τρωάδες», του Ευριπίδη, με τη μεγάλη ηθοποιό Λυδία Κονιόρδου. Την παράσταση παρακολούθησα πριν δυο εβδομάδες και θα ήθελα να μοιραστώ τις εντυπώσεις μου, αν και η εμπειρία μου από το θέατρο είναι πολύ μικρή. Πρώτα όμως λίγα λόγια για το έργο.

Ιστορικά στοιχεία
Οι «Τρωάδες» παίχτηκαν στα Διονύσια το 415 π.Χ. κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Αθηναίων στη Σικελία και αποτέλεσε μέρος τετραλογίας μαζί με τις τραγωδίες «Αλέξανδρος», «Παλαμήδης» και το σατυρικό δράμα «Σίσυφος» (μόνο οι «Τρωάδες» σώθηκαν, ενώ από τα άλλα μόνο αποσπάσματα έχουμε). Νικητής ήταν τότε ο Ξενοκλής με την τετραλογία που την αποτελούσαν οι τραγωδίες: «Οιδίπους», «Λυκάων», «Βάκχοι» και το σατυρικό δράμα «Αθάμας», ενώ ο Ευριπίδης κατέλαβε τη δεύτερη θέση.

Το έργο
Ο πόλεμος ήταν ανέκαθεν αναπόσπαστο στοιχείο του ελληνικού τρόπου ζωής και καταλαμβάνει σημαντικό μέρος στη θεματολογία της ελληνικής λογοτεχνίας. Το διαφορετικό όμως στο δράμα αυτό, είναι ότι παρουσιάζει τον πόλεμο και την ολέθρια δύναμή του από τη σκοπιά των αιχμάλωτων γυναικών και συγκεκριμένα, των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας. Η αλαζονεία των νικητών, τα δεινά του πολέμου, η ατίμωση των ηττημένων, η έκθεσή των γυναικών και των παιδιών στην ωμότητα και τη φρικαλεότητα του πολέμου και η συμφορά της προσφυγιάς, αφού οι Τρωαδίτισσες αναγκάζονται ως σκλάβες, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να ακολουθήσουν τους νικητές Έλληνες σε μια νέα, άγνωστη πατρίδα, είναι μερικά από τα διαχρονικά μηνύματα που περνάει μέσα απ’ το έργο του ο Ευριπίδης.
Ας δούμε λοιπόν πως παρουσιάζει τα γεγονότα και τις συνέπειες της νίκης των Ελλήνων, που είχε σαν αποτέλεσμα τον αφανισμό των Τρώων. Μετά την άλωση και την πυρπόληση της Τροίας, ακολούθησαν οι σφαγές των Τρώων. Η αγριότητα και κυρίως η ασέβεια των Ελλήνων προς τους θεούς (αποκορύφωμα ο βιασμός από τον Αίαντα τον Λοκρό, της ιέρειας του Απόλλωνα, Κασσάνδρας, στα σκαλοπάτια του ναού της Αθηνάς), προκάλεσαν την μήνη της θεάς Αθηνάς, που παρά το γεγονός ότι τους υποστήριζε σε όλο τον πόλεμο, αποφάσισε μαζί με τον θεό Ποσειδώνα, προστάτη της Τροίας, να τιμωρήσει τους Έλληνες κατά την επιστροφή στις πατρίδες τους. Εν τω μεταξύ, οι Έλληνες περιχαρείς και ανακουφισμένοι από τη λήξη του δεκαετούς πολέμου, πήραν όσα λάφυρα μπορούσαν και αφού έβαλαν κλήρο για να μοιραστούν τις αιχμάλωτες, ετοιμάζονταν να φύγουν. Οι γυναίκες περιμένουν τη μοίρα τους στο στρατόπεδο των νικητών Ελλήνων και ανάμεσα τους ήταν και οι βασιλοπούλες οι οποίες δε μοιράστηκαν με κλήρο αλλά ανάλογα με την επιθυμία των βασιλέων των Ελλήνων. Το έργο εξελίσσεται καθώς κάθε μια μαθαίνει την τύχη που την περιμένει. Έτσι, την βασίλισσα Εκάβη, γυναίκα του Πριάμου την έδωσαν σαν δούλα στον Οδυσσέα, την κόρη της Κασσάνδρα την πήρε για γυναίκα του ο Αγαμέμνων, τη γυναίκα του γιου της Έκτορα, Ανδρομάχη, την πήρε για γυναίκα ο γιος του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, ενώ τον γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα και την κόρη της, Πολυξένη, τους σκότωσαν, τον έναν ρίχνοντάς τον από τα τείχη και την άλλη την έσφαξαν πάνω στον τάφο του Αχιλλέα. Η Εκάβη είναι το πρόσωπο που συνδέει τα υπόλοιπα πρόσωπα της τραγωδίας, ενώ οι σκηνές που ξεχωρίζουν είναι το μαντικό παραλήρημα της Κασσάνδρας και ο θρήνος της Ανδρομάχης. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που ο Μενέλαος έρχεται να πάρει την Ελένη, που την είχαν σαν όλες τις άλλες αιχμάλωτες στο στρατόπεδο, η απολογία της και η αντιπαράθεση της Εκάβης μαζί της, προσπαθώντας να πείσει τον Μενέλαο να τη σκοτώσει επιτόπου γιατί αυτή είναι η υπεύθυνη για τους σκοτωμούς τόσων Ελλήνων και Τρώων. Πολύ ωραία είναι και η αντίθεση του Χορού και της Εκάβης. Ο Χορός έχει μόνο ένα θέμα, θρηνεί για την άλωση της Τροίας. Μας εξιστορεί την πανουργία του Δούρειου Ίππου και τις τελευταίες στιγμές της Τροίας και φυσικά αγωνιούν για την σκληρή μοίρα που τις περιμένει. Η Εκάβη εμφανίζεται περισσότερο να την απασχολεί το εσωτερικό της δράμα, για τους δικούς της που χάθηκαν και όσα περιμένουν την ίδια.

Σχόλια για την παράσταση
Αν και η καλλιτεχνική μου παιδεία δεν είναι στο βαθμό που θα έπρεπε,νομίζω πως μπορώ να κάνω κάποιες παρατηρήσεις για την παράσταση, με τη δική τους αξία βέβαια. Νομίζω πως το αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης δεν δικαιώνει τις επιλογές του σκηνοθέτη. Αν και, ευτυχώς, δεν είχε πολλές νεωτερικές επιλογές, η παράσταση χαρακτηρίζεται από μετριότητα και ίσως προχειρότητα. Δεν είμαι ο κατάλληλος για να μιλήσω για κακή υποκριτική αλλά αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες ερμηνείες και γενικά η όλη εικόνα δε με άγγιξε. Δεν με έβαλε στο κλίμα, αν είναι αυτό το ζητούμενο. Μπορώ να πω μάλιστα πως κάποια στιγμή κατάντησε και κουραστικό! Όσο κι αν η Λυδία Κονιόρδου (Εκάβη) προσπάθησε, και πέτυχε, σε μεγάλο βαθμό να στηρίξει με την ερμηνεία της ολόκληρη την παράσταση (κορυφαία στους υψηλούς τόνους), υπήρχαν στιγμές που κι αυτή, κυρίως στους χαμηλούς τόνους, φαινόταν σαν απλά να διαβάζει το κείμενο. Η φωνή της σταθερά, στην ίδια τονικότητα και χροιά. Αν αυτά ήταν σημάδια κόπωσης γιατί είχε σπάσει το πόδι της, τότε, όσο κι αν είναι ανεπίτρεπτο για ηθοποιό του θεάτρου και μάλιστα αυτού του βεληνεκούς, είναι ανθρώπινο και κατανοητό. Για την Κασσάνδρα (Μαρία Κίτσου), διάβασα ένα πάρα πολύ πετυχημένο σχόλιο ότι αντί για οιστρήλατη ιέρεια συμπεριφερόταν περισσότερο σαν ξετρελαμένο ξωτικό! Ανεξάρτητα αν συμφωνώ με την συγκεκριμένη παρουσίαση της Κασσάνδρας, οφείλω να πω ότι ήταν αρκετά καλή. Πολύ καλή θεωρώ πως ήταν και η Ανδρομάχη (Μαρία Καλλιμάνη), τουλάχιστον στη φωνή, γιατί η έκφραση του προσώπου της είχε μερικά κενά. Σ’ αυτό το σημείο υπήρχε ένα μικρό μειονέκτημα στους μονολόγους όλων των ηθοποιών. Το σκηνικό, λιτό και μαύρο, έκανε το χώρο ακόμα πιο κλειστό, αλλά η χρήση υποβλητικών φωτισμών σε συνδυασμό με το θρήνο των γυναικών και τη μουσική, έδενε πολύ ωραία. Έτσι, με μινιμαλιστικό σκηνικό και κίνηση, ο θεατής θα εστιάσει στο πρόσωπο και θα βιώσει το θρήνο και την απελπισία των γυναικών, μέσα από την έκφραση τους. Εκεί, τα λάθη και η επί μακρών μονοτονία δεν περνάνε απαρατήρητα. Στα αρνητικά συγκαταλέγω την παρουσία του Μενέλαου (Μιχάλης Οικονόμου). Όχι ότι δεν ήταν καλός ο ηθοποιός αλλά δεν κατάλαβα σε τι αποσκοπούσε ο σκηνοθέτης με το να τον παρουσιάσει με μια γελοία στολή και να προσδώσει στον χαρακτήρα τάσεις αστείας διανοητικής αναπηρίας, γεμάτο τικ, με αποτέλεσμα η σκηνή με την Ελένη να στερείται δραματουργικού ενδιαφέροντος. Η παρουσία της Ελένης (Αμαλία Τσεκούρα) μετριότατη. Έπαιξε κι έφυγε. Η ερμηνεία της δεν ήταν καθόλου πειστική και μάλιστα δε μπορώ να καταλάβω γιατί ο σκηνοθέτης την έβαλε να παίζει σε απόσταση από τον Μενέλαο, από τη στιγμή που το βασικό της όπλο ήταν η γοητεία που εξασκούσε πάνω του. Ο αγγελιαφόρος Ταλθύβιος (Γιάννης Τσορτέκης) αν και προσπάθησε, ήταν μάλλον αδιάφορος. Η μετάφραση απλή και κατανοητή, συγκαταλέγεται στα θετικά της παράστασης. Ο Χορός σαν σύνολο πολύ καλός, όπως και η μουσική, η οποία συμβάλλει στην ανάδειξη του πόνου, με τα στάσιμα να τραγουδιούνται (όπως τα μοιρολόγια) πολύ ωραία αλλά θα έλεγα πιστά επαναλαμβανόμενη. Γενικά θα έλεγα ότι η παράσταση δεν είχε κίνηση, δεν είχε δράση. Βέβαια οι «Τρωάδες» δεν είναι τραγωδία δράσης με ιδιαίτερη θεατρική πλοκή, αλλά όχι και τέτοια σκηνογραφική στασιμότητα! Όλο τα ίδια και τα ίδια, χωρίς κάτι να ξεχωρίζει και να σε εκπλήσσει. Αλλά το χειρότερο απ’ όλα, που ίσως αυτό να με επηρέασε αρνητικά και για το υπόλοιπο έργο, ήταν τα κοστούμια. Ειδικά κάποια ήταν τόσο αταίριαστα και γελοία που αντί να αναδείξουν τους χαρακτήρες μάλλον τους προσβάλλουν και τραβούν την προσοχή των θεατών από το έργο. Οι Τρωαδίτισσες ήταν ντυμένες ομοιόμορφα με μαύρες δερμάτινες καμπαρντίνες και μπότες, η Αθηνά (πολύ καλή η Ιωάννα Κανελλοπούλου) και ο Ποσειδώνας (Ορέστης Τζιόβας) το ίδιο, αλλά σε χρώμα άσπρο μπεζ και κάτι τεράστιες μπότες (με το που ξεκίνησε η παράσταση, στην εμφάνιση του Ποσειδώνα κάποιοι δεν κρατήθηκαν και γέλασαν φωναχτά ενώ οι υπόλοιποι κρατηθήκαμε και απλώς χαμογελάσαμε). Ο αγγελιαφόρος ντυμένος με μια φαρδιά στρατιωτική παραλλαγή, ενώ η στολή του Μενέλαου γεμάτη σιρίτια, έμοιαζε περισσότερο με σεκιουριτά παρά με βασιλέα της Σπάρτης. Μόνο φούντες δεν είχε η στολή! Να μην ξεχάσω την ασπίδα και το φέρετρο που ήταν αισθητικά απαράδεκτα. Ενώ είχε 13 ηθοποιούς, έμοιαζε με παράσταση χαμηλού κόστους. Πάρα πολύ λιτή, που δε νομίζω να ταιριάζει με τα επικά στοιχεία μιας αρχαίας τραγωδίας. Να αναφέρω πως τα υπόλοιπα μέλη του Χορού, που δεν έχουν άλλους ρόλους, είναι η Δήμητρα Λαρεντζάκη, η Αιμιλία Βάλβη, η Ειρήνη Τζανετουλάκου και η Ελίτα Κουνάδη.

Νομίζω πως τα παιδιά φαίνονται καλοί και εξελίξιμοι ηθοποιοί αλλά μάλλον κόλλησαν στις σκηνοθετικές ιδέες. Πάντως όποια κι αν είναι η γνώμη μου για την παράσταση, συνιστώ να την παρακολουθήσετε γιατί είναι πολύ διδακτικό να παρακολουθεί κανείς αρχαίες τραγωδίες και φυσικά ο καθένας πρέπει να σχηματίζει τη δική του γνώμη. Άλλωστε έχουμε διαφορετική αντίληψη και παιδεία και μπορεί να βρείτε στο έργο θετικά σημεία που δεν άγγιξαν εμένα. Να την παρακολουθήσετε.