Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Η μεγαλύτερη απάτη του 20ου αιώνα!


Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Γράμματα στο γιο μου - Φυλακές Kάστορος, Αβέρωφ, Καλλιθέας 1955-1962» (εκδ. Άγρα), η εφημερίδα Athens Voice δημοσίευσε στις 13.09.2007 συνέντευξη του 57χρονου σήμερα Νίκου Μπελογιάννη, γιου του θρυλικού κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη και της κορυφαίας Ελληνίδας κομμουνίστριας Έλλης Παππά, αδελφής της Διδώς Σωτηρίου που έγραψε τα «Ματωμένα Χώματα».
Πριν παρουσιάσουμε τη συνέντευξη θα ήθελα να αναρωτηθούμε: που είναι τόσα χρόνια ο Μπελογιάννης; Γιατί δεν εμφανίζεται πουθενά; Μήπως κάποιοι μας κρύβουν τον άνθρωπο που έζησε από μέσα τον κομμουνισμό και γαλουχήθηκε από τους μεγαλύτερους κομμουνιστές; Επίσης, ξέρουμε τι απέγιναν τα παιδιά του κορυφαίου αγωνιστή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη, του Νίκου Ζαχαριάδη και γενικά όλα τα παιδιά των ηγετών του ΚΚΕ της περιόδου 1942-1949; Όταν ο κάθε τυχαίος δηλώνει προοδευτικός, τον εμφανίζουν στην τηλεόραση και ακούμε τις απόψεις του. Τα παιδιά των θρύλων του ΚΚΕ, που κάθε τους λόγος έχει βαρύνουσα σημασία, γιατί δεν τα εμφανίζουν; Μήπως γιατί έχουν γίνει αντικομουνιστές; Άλλωστε στην Ελλάδα συμβαίνει το παράδοξο, παιδιά αριστερών να γίνονται δεξιοί και παιδιά δεξιών αριστεροί. Έτσι λοιπόν, κόρη στρατηγού της Χωροφυλακής είναι η Μαρία Δαμανάκη, γιος αξιωματικού του στρατού ο Απόστολος Γκλέτσος, γιος υπουργού της Χούντας ο Παναγιώτης Δημητράς, από δεξιότατες οικογένειες της Λαμίας και της Καρδίτσας προήρχοντο ο Άρης Βελουχιώτης και ο Χαρίλαος Φλωράκης, γιος μεγαλοαστικής οικογένειας των Αθηνών είναι ο Νίκος Μπίστης κ.α. Μέχρι και ο γιος του Αρχηγού της 21ης Απριλίου κ. Χρήστος Γεωργίου Παπαδόπουλος υπήρξε σημαίνον μέλος της «Νεολαίας Λαμπράκη».
Τέλος πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ η εφημερίδα Athens Voice ανήκει ιδεολογικά στον αριστερό χώρο, δημοσιεύει τη συνέντευξη του Μπελογιάννη που δίνει ένα ισχυρό χαστούκι στους κάθε λογής κομμουνιστές, ιδεολόγους και μη. Φυσικά κανένα γνωστό κανάλι δεν ασχολήθηκε με τα όσα είπε ο Μπελογιάννης…

Πότε διαβάσατε τα γράμματα πρώτη φορά; Ήταν ιστορίες που τις είχα ακούσει πολλές φορές κι ήξερα ότι τα γράμματα υπήρχαν. Όταν έγινα 16 ήταν Aύγουστος του ’67, είχε γίνει η Δικτατορία. H Έλλη ήταν στα Γιούρα. H Διδώ εν τω μεταξύ είχε αναγκαστεί να καταστρέψει παρά πολλά γράμματά της και ήδη είχε με τον εμφύλιο και με τις διώξεις καταστρέψει ακόμα περισσότερα. Αποφάσισε και νοίκιασε μια θυρίδα στην Εθνική Τράπεζα στο Σύνταγμα, τα φύλαξε εκεί και έτσι σώθηκαν «H Εντολή» και άλλα μυθιστορήματα, καθώς και οι «Μικρογραφίες». Δεν τα αποζήτησα τότε γιατί δεν είχε νόημα και περίμενα πια τη μεταπολίτευση να τα διαβάσω. Μετά βέβαια είχε αλλάξει πολύ το κλίμα. Έπρεπε να δυσκολευτεί κανείς πολύ για να μπει σε μια εποχή διώξεων, όντας μέσα σε εκείνο το απίστευτο κλίμα της Μεταπολίτευσης και της «υπερ-δημοκρατίας» που όποιος έβγαζε πιο αριστερές κραυγές ήταν πιο καλός και που όλη η Ελλάδα ψήφιζε NΔ, αλλά κανείς δεν τολμούσε να δηλώσει δεξιός. Σε αυτό το κλίμα τα πρωτοδιάβασα. Μερικά απλώς αποδίδανε το κλίμα της εποχής, είχανε από τότε κάποια ιστορική αξία. Τώρα όλα έχουν ιστορική αξία.

Πώς είναι να μεγαλώνεις ως παιδί «επικίνδυνων φυλακισμένων»; Ήταν δύσκολο και στις παρέες και παντού. Θυμάμαι του Αβέρωφ, τον τεράστιο θάλαμο επισκέψεων. Μέχρι τα δώδεκά μου πήγαινα. Από ένα σημείο κι έπειτα το είχα συνηθίσει. Στην Αίγινα, που πηγαίναμε διακοπές, όλοι με ήξεραν με το επίθετο της Διδώς. Είχα πάει και κάποιες φορές επίσκεψη στις φυλακές της Αίγινας που ήταν ο νονός μου ο Στάθης ο Δρομάζος. Στου Αβέρωφ η επίσκεψη ήταν σίγουρα 2 φορές το μήνα, ενίοτε και μια φορά την εβδομάδα.

Σας μεγάλωσε η αδελφή της, η Διδώ Σωτηρίου...
H Διδώ δεν ήθελε παιδιά η ίδια και βρέθηκε να έχει την πιο περίεργη περίπτωση παιδιού. Προσπάθησε να παίξει το ρόλο της μαμάς. Αλλά ήταν υπερ-αγχωμένη με όλη την Αριστερά να κοιτάει αν με ανέτρεφε σωστά! Βεβαίως «σωστά» με τα κριτήρια της Aριστεράς, εξ ου και με έτρεχε στη σοβιετική πρεσβεία συνεχώς. Έπαιξε και καθοριστικό ρόλο ως προς την πολιτική μου διαπαιδαγώγηση, γιατί τα πρώτα μου ακούσματα από τη Διδώ δεν ήταν βέβαια ο ηρωισμός αυτών που πέθαναν, αλλά η διαγραφή της από τον Ζαχαριάδη το ’48. Οι απαράδεκτες και γελοίες συνθήκες με τις οποίες τη διαγράψανε. Δηλαδή είχα πολύ «αντιηρωικές» προσλαμβάνουσες, που παίξανε καθοριστικό ρόλο μετά το ’68, όπου είχα πλήρη επίγνωση.

Θυμάστε κάτι έντονα από εκείνα τα χρόνια; Θυμάμαι εκείνο το πρωινό, Φεβρουάριος του ’68 –η Έλλη ήταν στη εξορία– που είχαμε βάλει με τη Διδώ, στις 6.30 το πρωί, τη «Φωνή της Αλήθειας». Αντί λοιπόν να ακούσουμε όλα αυτά που έλεγαν εκείνες τις μέρες με τους αγώνες για την απελευθέρωση του αγωνιστή Γρηγόρη Φαράκου, ξαφνικά αρχίζουν να λένε κάτι πράγματα τελείως διαφορετικά. Eίναι το μήνυμα που έχει περάσει ο Παρτσαλίδης, ο Zωγράφος και ο Δημητρίου, ακούμε ουσιαστικά το διάγγελμα της διάσπασης. H Διδώ, που ήταν συναισθηματικό άτομο, βάζει τα κλάματα. Εγώ, που ήμουν πια 17 χρονών, της λέω «επιτέλους». Αφού ήδη φαινόταν το πράγμα, ότι ήταν δυο γραμμές, δεν ήμουν παιδάκι για να μην τα βλέπω... Aπ’ ό,τι έμαθα και η Έλλη είχε αντιδράσει το ίδιο όταν της το είπε η Aύρα η Παρτσαλίδου και η Pούλα Kουκούλου, είπε «επιτέλους».

Kουβαλάτε ένα βαρύ όνομα. Πώς συμβιβάζεστε με αυτό, σας υπαγορεύει έναν τρόπο που πρέπει να φέρεστε; Eίναι όχι απλώς βαρύ, είναι πλακωτικό. Αν γίνει αυτό, προσπαθείς να κρατήσεις την ανωνυμία σου. Και μάλιστα υπό τέτοιες συνθήκες, και να έχεις μια ολόκληρη σταλινική αριστερά που σου λέει «παιδάκι μου να γίνεις σαν τον πατέρα σου και να τον ξεπεράσεις!». Tι να τον ξεπεράσω δηλαδή, να πάω να σκοτωθώ; Πήγα Πολυτεχνείο ακριβώς για να ξεφορτωθώ τέτοιες καταστάσεις. Γιατί το θέμα είναι ότι, αν το αποδεχτείς, ή θα σε συνθλίψει τελείως ή θα αφομοιωθείς από το σύστημα. Πράγμα που θα μπορούσα να το είχα κάνει κάλλιστα με τη Μεταπολίτευση, να είχα δηλώσει ότι ένα είναι το Κόμμα, να πάω σε αυτούς και από κει και πέρα θα είχα εκλεγεί. Θα είχαν τη φίρμα, αφού ακόμα και τώρα κοιτάνε πώς να καπηλευτούν το όνομα.

Πώς αισθάνεστε που το κράτος της Δεξιάς σάς στέρησε τον πατέρα σας; H Δεξιά παραβίασε ανοιχτές πόρτες. Περισσότερο όμως στους άλλους καταλογίζω το θάνατο του πατέρα μου, γιατί αν δεν ήταν ο Ζαχαριάδης, η Δεξιά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Aυτός τον έστειλε να σφαχτεί εδώ. Με την ήττα ο Ζαχαριάδης ήθελε έναν ήρωα κι ένα χαφιέ. Έτσι έγινε και η επιλογή, θα μπορούσε να είχε συμβεί και το ανάποδο. Ίσως επειδή ο Πλουμπίδης ήταν πιο ήσυχος χαρακτήρας και δεν αντέδρασε, ως πιστός πάντα στο κόμμα, ίσως να τον βρήκε αυτόν πιο εύκολο ο Ζαχαριάδης για το ρόλο του θύματος. Μάλλον κάτι τέτοιο είχε υπ’ όψιν του ο πατέρας μου όταν έλεγε στην Έλλη «να ζήσεις για την εκδίκηση». Αλλά αυτά είναι εικασίες. H Έλλη έχει πει να ανοίξουν κάποια πράγματα μετά το θάνατό της και έτσι μπορεί εκεί να διευκρινιστούν κάποια πράγματα.

Μπορούσατε να κατανοήσετε το πάθος τους για τον αγώνα σε «βάρος της οικογένειάς τους»; H θυσία τους, όταν τη βλέπεις εκ των υστέρων, ήταν τόσο μη-δικαιολογημένη. Όμως, αυτός ήταν ο τρόπος τους να βλέπουν τα πράγματα, αυτό το άσπρο-μαύρο που είχε εμφυσήσει η σταλινική αριστερά σε όλους. Και όταν μάλιστα εμπλουτίστηκε και με την αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο, δεν θέλανε ποτέ να φανταστούνε ότι είχε επικρατήσει του Χίτλερ ένα τέρας ίδιο με αυτόν. Όταν η Έλλη έγραφε από τη φυλακή «θέλω ο γιος μου να γίνει καλός κουκουές...», αυτό ακούγεται πια κωμικό.

Πώς μιλούσε η Έλλη για τον Νίκο; Φαίνεται κι από αυτά που γράφει ότι για εκείνη το ιδιωτικό ήταν ιερό... Μιλούσε σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι θα είχε γίνει αν ζούσε, τίποτα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχε διαγραφεί! Για τα άλλα μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε...

Ήσασταν μικρός κι όμως βλέπατε και ακούγατε πολλά. Όλα αυτά που αναγκαστήκατε να ζήσετε σε τόσο τρυφερή ηλικία πώς επέδρασαν στο χαρακτήρα σας; Από τα Χριστούγεννα του ’63 –που αποφυλακίστηκε η Έλλη– μέχρι τη δικτατορία, πήγαινα και εγώ συνεχώς στα γραφεία της EΔA. Πριν, με πήγαινε και η Διδώ, γιατί δεν είχε τι να με κάνει, ή με έπαιρνε μαζί της στη σοβιετική πρεσβεία για να με δείξει στους Σοβιετικούς. Έβλεπα κι άκουγα όλο τον κόσμο. Έβλεπα πως πολλοί στην EΔA ήταν αγράμματοι. Θυμάμαι ένα στέλεχος να λέει συνέχεια «παρρησία όλων» και εγώ, παιδί της έκτης Δημοτικού τότε, τη διόρθωνα, «παρουσία» τής έλεγα. Αλλά όλοι αυτοί οι αγράμματοι έπρεπε να κυριαρχήσουν. Και όλο αυτό που έβλεπα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή μου. Αναρωτιόμουν τι γυρεύει η Έλλη, που ήξερα ότι ήταν μορφωμένη, με αυτούς τους αγράμματους.

O πατέρας σας ήταν για σας ήρωας, ήταν ο... «Έλληνας Tσε»; Για τα ελληνικά δεδομένα ναι. Ότι όμως θα μπορούσε να είχε συμβάλει πιο εποικοδομητικά το πιστεύω. Αν δεν είχε πάει έτσι, ως πρόβατο επί σφαγή... Και για την Έλλη, το ίδιο. Αν η Έλλη είχε φύγει στη Γαλλία, με την αρχή του εμφυλίου, το ’46, θα ήταν σήμερα ένα στιλ Aρβελέρ. Σκέφτομαι μήπως έτσι θα είχαν συμβάλει καλύτερα. Για την Έλλη χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια πριν δει τα βιβλία της εκδίδονται. Μόλις 2 χρόνια πριν ευτύχησε να τα δει επιτέλους να αναγνωρίζονται και τα μίντια να ασχολούνται μαζί της.

Το ότι η μητέρα σας γράφει πως «ήθελε να πεθάνει» σας πείραξε; Αυτό που έγραφε εκφράζει μια εποχή, με τα μέτρα τα σημερινά είναι απλώς ακατανόητο. Στο κλίμα της Μεταπολίτευσης αναρωτιόσουν γιατί πήγαν και σκοτώθηκαν. Αυτό, φυσικά, από το ’74 μέχρι το ’89. Γιατί μετά το ’89 έλεγες «Για το όνομα του Θεού, γι’ αυτό το τερατούργημα θυσιάστηκαν;».

Μέσα στα μπουντρούμια οι γονείς σας έζησαν ένα μοναδικό έρωτα, που ζωντανεύει εξαίσια στα γράμματα της μητέρα σας. Tι μήνυμα είναι αυτό για σας; Ήταν ένας μεγάλος έρωτας, αλλά από κει και πέρα γιατί πήγε και θυσιάστηκε; Για ένα πράγμα που αποδείχθηκε η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα; Θύματα της μεγαλύτερης απάτης του 20ού αιώνα; Αυτό ήτανε. O υπαρκτός ήταν η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου