Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

25η Μαρτίου 1821 - Απάντηση στους παραχαράκτες της Ιστορίας

Στην Ελλάδα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, έχει διαμορφωθεί μια τάση από ορισμένους ιστορικούς, να αμφισβητούν τη συμβολή της εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821 ενώ παράλληλα υποστηρίζουν ότι ήταν περισσότερο κοινωνική επανάσταση, ενάντια στο θεσμό του Σουλτάνου και των κοτζαμπάσηδων. Ότι οι Έλληνες δηλαδή, δε ξεσηκώθηκαν στο όνομα των προγόνων και της θρησκείας τους ζητώντας την εθνική τους ελευθερία. Η αλήθεια είναι ότι σίγουρα υπήρχαν Έλληνες, κληρικοί και μη, που είτε για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους είτε γιατί φοβούνταν την αποτυχία μιας επαναστάσεως, δεν μπήκαν αμέσως στον Αγώνα ή προσπάθησαν ακόμα και να τον ματαιώσουν. Αυτοί οι λίγοι όμως, δε μπορούν να αμαυρώσουν την εικόνα των πολλών Ελλήνων, όπου άλλοι φτωχοί και ρακένδυτοι και άλλοι πλούσιοι και επιφανείς, ρίχτηκαν στον αγώνα για τη λευτεριά του Ελληνικού έθνους. Απέναντί τους, o Τούρκος τύραννος που για σχεδόν 4 αιώνες καταρράκωνε την αξιοπρέπειά του Έλληνα. Όμως του Έλληνος ο τράχηλος, ζυγόν δεν υπομένει και αποφάσισε ο ραγιάς να πάρει την τύχη του στα χέρια του. Γιατί συνειδητοποίησε ότι η λευτεριά δεν χαρίζεται αλλά κερδίζεται με αίμα και θυσίες. Δεν φοβήθηκε ότι ο Τούρκος ήταν απείρως πιο δυνατός και καλύτερα εξοπλισμένος. Έβαλε τον σταυρό του και ξεκίνησε...

Ας αφήσουμε όμως τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης να απαντήσουν στους προοδευτικούς ιστορικούς μας. Για την απόφαση των Ελλήνων να απελευθερωθούν, ο Κολοκοτρώνης εξομολογείται:
«Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε : Που πάτε ωρέ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα και με το τίποτα, αλλά ως μια βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».
Και συνεχίζει σ΄ άλλο σημείο : «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ΄ όσες γίνονται σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ειδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτον με έναν λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθεί ως τοιτούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμε με τη βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαον ως λαόν, αλλ΄ ως σκλάβους. Μιαν φοράν, όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθε ο Άμιλτον να με ιδεί. Μου είπε: « Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό και η Αγγλία να μεσιτεύσει». Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: «Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάντος. Εμείς, καπετάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί εις γενεάς. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούρια;» -« Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». Έτσι δεν με ομίλησε πλέον.»

Στην συνομιλία του Κολοκοτρώνη με τον Άμιλτον, φαίνεται ξεκάθαρα ότι παρά τους 4 αιώνες τουρκικού ζυγού, οι Έλληνες είχαν επίγνωση της ιστορικής τους συνέχειας. Ο Μακρυγιάννης έγραψε για τους προγόνους μας: «Ολοι οι προκομένοι άνδρες των παλαιών Ελλήνων, οι γονέγοι όλης της ανθρωπότητας-ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοσθένης και οι υπόλοιποι-Πατέρες γενικώς της ανθρωπότητας-κόπιαζαν και βασανίζονταν νύχτα και ημέρα, με αρετή και ειλικρίνεια, με καθαρόν ενθουσιασμόν να φωτίσουνε την ανθρωπότητα και να την αναστήσουν-να χει αρετή και φώτα, γενναιότητα και πατριωτισμόν».
Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης παρομοιάζει τον Αθανάσιο Διάκο με τον αρχαίο Λεωνίδα και τους αγώνες των συγχρόνων του ως συνέχεια των αρχαίων:
«Ο Αθανάσιος Διάκος και τα παλληκάρια του έλιωσαν πάνω στο γιοφύρι της Αλαμάνας πολεμώντας με τόσο πλήθος Τούρκων. Ο περίφημος γενναίος Διάκος, αφού τέλειωσε τον Τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον και σκοτωμένον τον άλαβαν ζωντανόν οι Τούρκοι και τον παλούκωσαν. Στη θέση οπού επέθανες εσύ, Λεωνίδα, με τους τριακόσιους σου πέθαναν και για την θρησκεία και την πατρίδα!»


Προκήρυξη Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η ώρα ήλθεν, ώ άνδρες Έλληνες! Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι. oι Σέρβοι, oι Σουλιώται, καί όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν. ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μας προσκαλεί!
Η Ευρώπη προσηλόνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας oι δέ τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ' έμπροσθέν μας.
Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.
Ημείς φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής καί του παρόντος αιώνος είμεθα ευέλπιδες, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς. ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι, και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση. τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ είρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.
Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις ώ Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ώ φίλοι συμπατριώται, εύσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε μέ μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών. Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ώ συμπατριώται! και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν. ίδετε εδώ τους ναούς καπατημένους. εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας. τους οίκους μας γεγυμνωμένους. τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.
Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καιαφρόνησιν.
Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, ος τις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπέκει ολαι μας αι πράξεις.
Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας. Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.
Με την ένωσιν, ώ συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος. αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας. αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής. τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.
Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι δια να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν. εις εκείνην του Τιμολέοντος ος τις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.
Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!


Αλέξανδρος Υψηλάντης
Την 24 του Φεβρουαρίου 1821
Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου



Οι ίδιοι ιστορικοί, συχνά αναφέρονται και στους υποτιθέμενους μύθους που συντηρεί η εκκλησία για τον ρόλο της στην Επανάσταση. Ένας από αυτούς είναι η ύψωση του λαβάρου της επανάστασης από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Αλλά ο κύριος μύθος είναι η ίδια η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου, διότι κατ’ αυτούς η επανάσταση είχε ξεκινήσει κάποιες μέρες νωρίτερα, ενώ η 25η Μαρτίου επιλέχθηκε μετά από αρκετά χρόνια, μόνον και μόνον για να συνδεθεί η εκκλησία με την επανάσταση, παρ’ όλο που στην αρχή την είχε καταδικάσει και αφορίσει. Ας δούμε όμως κατά πόσο είναι μύθοι ή γεγονότα.


Παλαιών Πατρών Γερμανός

Ο Γερμανός Γκόζιας από την Δημητσάνα ήταν στις αρχές του 1821 ο Επίσκοπος της Πάτρας. Είχε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Παλαιών Πατρών, διότι εκείνη την εποχή η Υπάτη της Φθιώτιδος ονομαζόταν Νέαι Πάτραι. Δεν ήταν Επίσκοπος Kαλαβρύτων, όπως λανθασμένα τον αναφέρει το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων τις ημέρες εκείνες ήταν ο Προκόπιος, ο οποίος υπογράφει μαζί με τον Γερμανό την προκήρυξη της 26ης Μαρτίου προς τους πρόξενους των Χριστιανικών Δυνάμεων που διέμεναν στην Πάτρα. Στις 8 Μαρτίου o Γερμανός και ο Προκόπιος κλείσθηκαν για αρκετές ημέρες στη Μονή της Αγίας Λαύρας κοντά στα Καλάβρυτα και αφού συσκέφθηκαν με προκρίτους και οπλαρχηγούς αποφάσισαν την κήρυξη της Επαναστάσεως. Ο Π.Π. Γερμανός ευλόγησε, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, στις 17 του Μάρτη, ανήμερα στο πανηγύρι του μοναστηριού, την έναρξη της επανάστασης με την τέλεση δοξολογίας και με την ορκωμοσία των αγωνιστών. Ο Π.Π. Γερμανός λοιπόν βρέθηκε πραγματικά στην Αγ. Λαύρα, όχι όμως στις 25 Μαρτίου αλλά λίγες μέρες νωρίτερα. Ο Γερμανός τα αναφέρει αυτά στα Απομνημονεύματά του. Η Αγ. Λαύρα λοιπόν δεν είναι ούτε ένα ανύπαρκτο γεγονός, ούτε, πολύ περισσότερο, ένας μύθος τον οποίον δημιούργησε η εκκλησία, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι προοδευτικοί ιστορικοί. Είναι απλώς μια χρονολογική σύγχυση λίγων ημερών, για την δημιουργία της οποίας ούτε 67ο Π.Π. Γερμανός ούτε κάποιος άλλος κληρικός έχει την παραμικρή ευθύνη. Ποιος όμως μίλησε πρώτος για την κήρυξη της επανάστασης στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρτίου, δημιουργώντας και διαδίδοντας τον σχετικό «μύθο»; O Γάλλος πρόξενος στην Πάτρα Πουκεβίλ, στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως που εξέδωσε το 1824.
Αλλά ακόμα κι αν δεν ευλόγησε τα όπλα της Επανάστασης στις 25 του Μάρτη στην Αγ. Λαύρα, τα ευλόγησε στις 23 του Μάρτη στην Πάτρα, την πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης (όπως την θέλουν άλλωστε και οι προοδευτικοί ιστορικοί), όπου όρκισε τους Πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου, στον σταυρό τον οποίον ύψωσε εκεί.
Έκανε όμως και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο. Έστειλε σε εφημερίδες της Δυτικής Ευρώπης την προκήρυξη της Ελληνικής Εθνεγερσίας. Έτσι στην εφημερίδα LE CONSTITUTIONΝEL των Παρισίων, στις 6 Ιουνίου 1821, δημοσιεύεται σε περίληψη η εθνεγερτική ομιλία του Γερμανού, με την οποία καλεί τους συγκεντρωμένους στην Αγία Λαύρα να αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό. Η εφημερίδα στο τμήμα των εξωτερικών ειδήσεων αναφέρει ότι η ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού έγινε προς τον κλήρο και τον λαό που είχε συγκεντρωθεί στην ανδρική Μονή της Λαύρας στο όρος Βελιά της Πελοποννήσου. Στην τελευταία παράγραφο της δημοσιευμένης ομιλίας του ο Γερμανός καλεί τους επαναστάτες να εφορμήσουν προς την Πάτρα έχοντας ως σημαία το σύμβολο του Σταυρού. Η ομιλία φέρεται να έγινε στις 8 Μαρτίου, δηλαδή την ημέρα που άρχισε η σύσκεψη στην Αγία Λαύρα. Να, λοιπόν που μία γαλλική εφημερίδα του 1821 αναφέρεται και στον Γερμανό και στην Λαύρα και στην ύψωση της σημαίας, όλα δηλαδή αυτά που αμφισβητούν οι μεταμοντέρνοι ιστορικοί της εποχής μας. Όλα αυτά φυσικά δεν έγιναν μόνο στις 25 Μαρτίου.
Με αφορμή τα γεγονότα της Αγ. Λαύρας, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η παρουσία του κλήρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επανάσταση από την πρώτη ημέρα που αυτή ξέσπασε. Έτσι, την ίδια μέρα που ο Π.Π. Γερμανός ευλογούσε τα όπλα στην Πάτρα, στην Καλαμάτα 24 ιερείς και ιερομόναχοι μπροστά στον ναό των Αγ. Αποστόλων ευλόγησαν, ύστερα από μια συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους αγωνιστές. Το ίδιο έγινε και στην Ρούμελη από τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Επίσης, ο Έλους Άνθιμος, δεν έχανε την ευκαιρία να ευλογεί τα όπλα σε όποια περιοχή κι αν πήγαινε. Το εκπληκτικό όμως είναι πως η Εκκλησία είχε ήδη ευλογήσει την έναρξη της επανάστασης από τον Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία! Πιο συγκεκριμένα, στις 26 Φεβρουαρίου 1821, σε μια μεγαλόπρεπη τελετή, ο μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε μέσα στον ναό των Τριών Ιεραρχών την σημαία της επανάστασης και περίζωσε τον Υψηλάντη με το ξίφος του, υπό τον ξέφρενο ενθουσιασμό των στρατιωτών και του πλήθους. Ένα εκπληκτικό γεγονός, που έχει όμως αποκρυβεί εντελώς από τα σχολικά μας βιβλία. Ειδικά αυτή η τελετή του Ιασίου αποδεικνύει περίτρανα πως όχι μόνον δεν είναι μύθος το ότι η εκκλησία ευλόγησε τα λάβαρα και τα όπλα του αγώνα, αλλά ότι η αλήθεια είναι πως τα ευλόγησε από την πρώτη κιόλας μέρα της έναρξής του!


25η Μαρτίου

Η 25η Μαρτίου δεν ορίσθηκε ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης το 1838, για να εξυπηρετηθεί η εκκλησία και τα όποια ιδιοτελή συμφέροντά της, όπως ισχυρίζονται με τόση βεβαιότητα οι… ειδικοί, αλλά το 1820 από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη! Θα το ήξεραν αυτό βέβαια, αν είχαν διαβάσει τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 ή την Ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Και γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επέλεξε αυτήν ειδικά την ημερομηνία για τον ξεσηκωμό του γένους, και όχι οποιανδήποτε άλλη; Μα ακριβώς επειδή συνέπιπτε με την γιορτή του Ευαγγελισμού, στην οποία γιορτή ο Υψηλάντης ήθελε να δώσει μια καινούργια συμβολική σημασία για το έθνος, «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους». Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως Εθνική Επέτειος επειδή οι ίδιοι οι επαναστάτες ήθελαν να συνδέσουν την Ελευθερία με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την Ορθοδοξία με την Πατρίδα.
Γι’ αυτό και ο Κολοκοτρώνης είχε πάρει ήδη από το 1820 γράμματα από τον Υψηλάντη, με τα οποία εκείνος τον πληροφορούσε ότι η ημέρα του ξεσηκωμού θα ήταν η 25η Μαρτίου, ώστε να είναι μέχρι τότε έτοιμος. Και από εκείνη την στιγμή μέχρι τον Μάρτη ο Κολοκοτρώνης, πιστός στον μεγάλο αρχηγό, πραγματικά μηνούσε σ’ όλον τον Μοριά «…την ημέραν του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθή».
Έτσι, η 25η Μαρτίου 1821 έγινε από τότε, για όλους τους ραγιάδες, η προσδιορισμένη ημέρα. Γι’ αυτό και στην σύσκεψη της Βοστίτσας αυτή η ημερομηνία ανακοινώθηκε από τον Παπαφλέσσα ως η ημερομηνία για τον ξεσηκωμό, αυτή και στην σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης, στην Λευκάδα. Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα, και τελικά η επανάσταση ξεκίνησε λίγες μέρες νωρίτερα.


Αυτή η ιστορική παρεξήγηση που δημιουργήθηκε, σχετικά με τα γεγονότα της Αγ. Λαύρας, είναι τόσο σημαντική για τους νεοέλληνες ώστε να φτάνουν στο σημείο να γράφουν για πλαστογράφηση της ιστορίας; Τα υπόλοιπα γεγονότα που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης δεν μετράνε; Άλλωστε πολλοί από τους ήρωες της Επανάστασης, ζούσαν το 1838 στην πρώτη «επίσημη» επέτειο. Όχι μόνο δεν αντέδρασαν, αλλά γιόρτασαν μαζί με όλους τους Έλληνες. Είναι πράγματι σημαντικό να γνωρίζουμε τα ακριβή ιστορικά γεγονότα. Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι να μη κάνουμε αυθαίρετες γενικεύσεις και να μη χρησιμοποιείται η ιστορία για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς. Αρκετά όμως ασχοληθήκαμε μ’ αυτούς. Ίσως αυτό να θέλουν και οι ίδιοι, να ασχολούμαστε με τα επιμέρους γεγονότα και να χάνουμε την ουσία, που είναι το μήνυμα που στέλνει η 25η Μαρτίου του 1821 σε ολόκληρο τον Ελληνισμό και ιδίως στην ελληνική νεολαία. Στρέφουμε ευγνώμονα την σκέψη μας προς τους αγωνιστές της Επανάστασης, τιμούμε την μνήμη τους και φρονηματιζόμαστε από το έργο και τη θυσία τους. Άσβεστη πρέπει να μείνει στην μνήμη και στην ψυχή του Έθνους η πίστη του Κολοκοτρώνη στην ελευθερία. Αντιλαλεί ακόμα η βροντερή προσταγή του σε κάθε λιπόψυχο: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».


* Πηγή για τα αποσπάσματα των Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη και Υψηλάντη, αποτέλεσε η ιστοσελίδα «apoellas».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου